Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013



Δημήτρης Μπαλτᾶς

Μ. Ηeidegger, Νίτσε. Ἡ βούληση γιά ἰσχύ ὡς τέχνη, μετ. Γ. Ἠλιόπουλος, Πλέθρον, Ἀθήνα, σελ. 376.
 
Ὁ τόμος αὐτός περιλαμβάνει τίς παραδόσεις τοῦ Μ. Χάιντεγκερ στό Παν/μιο τοῦ Φράιμπουργκ τό χειμερινό ἑξάμηνο 1936-1937 ὑπό τόν τίτλο «Νίτσε. Ἡ βούληση γιά ἰσχύ» στόν ὁποῖο προσετέθη ἀργότερα ἡ ἔκφραση «ὡς τέχνη». Δέν εἶναι οὔτε ἡ πρώτη φορά πού ὁ Χάιντεγκερ ἀσχολεῖται μέ ζητήματα αἰσθητικῆς, ἐάν ὀρθό ὅτι τό δοκίμιό του «Ἡ προέλευση τοῦ ἔργου τέχνης» τοποθετεῖται στά 1931-1932 (σ. 18 τῆς «Εἰσαγωγῆς» τοῦ παρουσιαζόμενου βιβλίου) οὔτε ἡ τελευταία φορά πού ὁ συγγραφέας τοῦ γνωστοῦ «Εἶναι καί Χρόνος» ἀναμετρᾶται μέ τό ἔργο τοῦ Νίτσε.
   Τό πρῶτο μέρος τοῦ βιβλίου περιέχει ὁρισμένα φιλολογικά-ἱστορικά στοιχεῖα σχετικά μέ τό «Ἡ βούληση γιά ἰσχύ» (κυρίως στίς σελ. 55-80). Ἐπίσης στό πρῶτο μέρος παρουσιάζεται διεξοδικά ἡ περί βουλήσεως θεωρία τοῦ Νίτσε καί ἰδιαιτέρως ἡ βούληση γιά ἰσχύ (βλ. ἐνδεικτικῶς σ. 92, σ. 98, σ. 109, σ. 126).
Στό δεύτερο μέρος τοῦ βιβλίου ὁ Χάιντεγκερ προσεγγίζει τίς αἰσθητικές ἀντιλήψεις τοῦ Νίτσε. Ἐπισημαίνει ὅτι «ὁ Νίτσε ὁμιλεῖ γιά τό φαινόμενο καλλιτέχνης καί ὄχι γιά τήν τέχνη» (σ. 137). Στήν νιτσεϊκή ἄποψη ὅτι «ἔχουμε τήν τέχνη γιά μήν καταστραφοῦμε ἀπό τήν ἀλήθεια» ὁ Χάιντεγκερ παρέχει τήν ἑρμηνεία ὅτι ἀλήθεια σημαίνει «τόν ἀληθινό κόσμο τοῦ ὑπεραισθητοῦ ὁ ὁποῖος κρύβει ἐντός του τόν κίνδυνο τῆς καταστροφῆς τῆς ζωῆς» (σ. 143). Ἐδῶ τό ἀληθές ἑρμηνεύεται ὡς τό αἰσθητό στό ὁποῖο στηρίζεται ὁ καλλιτέχνης. Στό πλαίσο αὐτό  υἱοθετεῖ ὁ Χάιντεγκερ τήν ἄποψη ὅτι ἡ φιλοσοφία τοῦ Νίτσε εἶναι ἕνας «ἀντεστραμμένος πλατωνισμός», ἐνῶ τονίζει συγχρόνως ὅτι στήν πλατωνική σκέψη «ὑπάρχει ἕνας διχασμός μεταξύ τέχνης καί ἀλήθειας» (σ. 297).
Ἀναφερόμενος στίς ἀπόψεις τοῦ Νίτσε γιά τήν τέχνη, τονίζει ὁ Χάιντεγκερ ὅτι ἡ τέχνη βιιώνεται ὡς μία συναισθηματική κατάσταση (σ. 170), ἡ ὁποία μάλιστα χαρακτηρίζεται ἀπό τήν «μέθη» (βλ. ἀναλυτικῶς σσ. 174-178), ἕνα στοιχεῖο καθαρά διονυσιακό.
Ἐπειδή πολλές φορές γίνεται λόγος γιά τίς ἀξίες «ὡραῖο», «ἀγαθό» καί «ἀληθές», ὁ Χάιντεγκερ σχολιάζει, μεταξύ ἄλλων, καί τήν γνωστή ρήση τοῦ Νίτσε «ὁ θεός εἶναι νεκρός», στήν ὁποία ὅμως δέν διακρίνει ὁρισμένο μηδενισμό ἤ ἀθεϊσμό (σ. 253). Ἐπειδή ὁ μηδενισμός εἶναι ἡ ἀπαξίωση τῶν ἀξιῶν καί ἡ δημοκρατία θεωρεῖται ἀπό τόν Νίτσε ὅτι εἶναι μία παραλλαγή τοῦ μηδενισμοῦ, ὁ Χάιντεγκερ χαρακτηρίζει τήν δημοκρατία ὡς τόν «ἱστορικό θάνατο τῆς Εὐρώπης» (σ. 255). Εἶναι βέβαιο ὅτι ὁ ἰσχυρισμός αὐτός θά προκαλέσει ποικίλες ἀντιδράσεις ἀπό τούς εἰδικούς καί μή ἀναγνῶστες. 
Σέ μιά ἀποτίμηση τοῦ παρόντος βιβλίου θά σημειωθεῖ ὅτι ὁ Χάιντεγκερ ἀσχολεῖται μέ τήν μεταφυσική τοῦ Νίτσε δεχόμενος ὅτι «ἡ μεταφυσική βούληση εἶναι ἐνεργῶς πραγματική στήν  τέχνη» (σ. 142). Ἀσφαλῶς ὁ μή εἰδικός ἀναγνώστης ἔρχεται σέ ἐπαφή τόσο μέ τήν νιτσεϊκή ὅσο καί μέ τήν χαϊντεγκεριανή σκέψη, ἐνῶ ὁ εἰδικός μελετητής θά προσεγγίσει ἴσως περισσότερο κριτικά τήν μεταφυσική ἑρμηνευτική τοῦ Χάιντεγκερ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου