Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2013


Ἀπό τήν ἀλληλογραφία Τoλστόϊ-Γκάντι

μετάφραση-σημειώσεις
Δημήτρης Μπαλτᾶς


Πρός τόν Γκάντι

Μόλις ἔλαβα τήν πολύ ἐνδιαφέρουσα ἐπιστολή σου, ἡ ὁποία μοῦ ἔδωσε ἰδιαίτερη χαρά. Ἄς βοηθήσει ὁ Θεός τά ἀγαπητά μας ἀδέλφια καί τούς συναγωνιστές μας στήν Transvaal. Kαί ἀνάμεσά μας, αὐτή ἡ μάχη μεταξύ τῆς πραότητας καί τῆς βιαιότητας, μεταξύ τῆς ταπεινοφροσύνης καί τῆς ἀγάπης καί τῆς ὑπερηφάνειας καί τῆς βίας, κάνει τήν παρουσία της ἐντονότερα αἰσθητή, κυρίως μέσα ἀπό μία ὀξεία σύγκρουση μεταξύ τοῦ θρησκευτικοῦ καθήκοντος καί τῆς νομοθεσίας, ἐκφραζόμενη μέ τήν ἄρνηση τῆς ἐκπληρώσεως τῆς στρατιωτικῆς θητείας. Τἐτοιες ἀντιρρήσεις συμβαίνουν ὅλο καί πιό συχνά.
Ἔγραψα τό «Γράμμα σ’ ἕναν Ἰνδό» [σημ. μετ. Τό «Γράμμα σ’ ἕναν Ἰνδό» ἐγράφη τό 1908] καί εἶμαι πολύ εὐχαριστημένος πού μεταφράστηκε. Οἱ Μοσχοβίτες θά σέ ἐνημερώσουν γιά τόν τίτλο τοῦ βιβλίου γιά τόν Κρίσνα. Σχετικά μέ τήν ἀνα-γέννηση, ἐγώ, ἀπό τήν πλευρά μου δέν θά παρέλειπα τίποτε, καθώς νομίζω ὅτι ἡ πίστη σέ ὁποιαδήποτε ἀνα-γέννηση δέν θά ἑλκύσει τόν ἄνθρωπο περισσὀτερο ἀπ’ ὅ,τι ἡ πίστη στήν ἀθανασία τῆς ψυχῆς καί στήν θεϊκή ἀλήθεια καί ἀγάπη. Ἀλλά αὐτό τό ἀφήνω σέ σένα νά τό παραλείψεις, ἄν ἐπιθυμεῖς. Θά χαρῶ πολύ νά σέ βοηθήσω μέ τήν ἔκδοση πού ἑτοιμάζεις. Ἡ μετάφραση καί ἡ ἔκδοση τῶν βιβλίων μου στίς ἰνδικές διαλέκτους μποροῦν νά μοῦ προσφέρουν μόνον χαρά.
Σέ χαιρετῶ ἀδελφικά καί χαίρομαι πού ἐπικοινωνήσαμε.
Λέων Τολστόϊ

(χωρίς ἡμερομηνία, ἀλλά πιθανόν γραμμένο τόν Μάρτιο τοῦ 1910)


Πρός τόν κόμη Λέοντα Τολστόϊ,
Γιάσναγια Πολιάνα
Ρωσσία

Γιοχάνεσμπρουργκ. 4 Ἀπριλίου 1910

Ἀγαπητέ Κύριε,

Θά θυμᾶστε ἴσως ὅτι σᾶς ἔγραψα ἀπό τό Λονδῖνο ὅπου ἔμεινα διερχόμενος. Ὡς ἀφοσιωμένος ὀπαδός σας, σᾶς ἀποστέλλω μαζί μέ τήν ἐπιστολή, ἕνα μικρό βιβλίο πού ἔχω ἑτοιμάσει, μέ τίς μεταφράσεις τῶν κειμένων μου ἀπό τά Γκουτζαρατικά [σημ. μετ.: Τά Gujarati έἶναι μία ἀπό τίς διαλέκτους τῆς Ἰνδίας]. Ἀξίζει νά σημειωθεῖ ὅτι ἡ Ἰνδική κυβέρνηση κατέσχεσε τό πρωτότυπο. Γιά τόν λόγο αὐτόν βιάστηκα νά ἐκδώσω τό μεταφρασμένο. Φοβοῦμαι μήπως σᾶς γίνομαι βάρος, ἀλλά δέν χρειάζεται νά σᾶς πῶ πόσο θά ἐκτιμοῦσα τήν κριτική σας, ἄν βεβαίως τό ἐπιτρέπει ἡ ὑγεία σας καί ὁ χρόνος σας νά κοιτάξετε τό βιβλίο. Παράλληλα σᾶς ἀποστέλλω καί μερικά ἀντίτυπα ἀπό τό δικό σας «Γράμμα σ’ ἕναν Ἰνδό», τό ὁποῖο μοῦ ἐπιτρέψατε νά ἐκδώσω. Ἔχει ἐπίσης μεταφραστεῖ καί σέ μία ἀπό τίς Ἰνδικές διαλέκτους.

Ὁ ταπεινός σας ὑπηρέτης
Μ.Κ. Γκάντι


Πρός τόν Γκάντι

Γιάσναγια Πολιάνα, 8 Μαίου 1910

Ἀγαπητέ φίλε

Μόλις ἔλαβα τό γράμμα σου καί τό βιβλίο σου «Indian Home Rule» [σημ. μετ.: Τό «Hind Swaraj or Indian Home Rule» ἐγράφη τό 1909 καί ἐξεδόθη ἀπό τόν Γκάντι τό 1910]. Διάβασα τό βιβλίο μέ μεγάλο ἐνδιαφέρον καθώς θεωρῶ τό ζήτημα τῆς παθητικῆς ἀντιστάσεως μέ τό ὁποῖο ἀσχολεῖσαι, μεγάλης σημασίας ὄχι μόνον γιά τούς Ἰνδούς ἀλλά καί γιά ὅλην τήν ἀνθρωπότητα.
Δέν μπόρεσα νά βρῶ τό πρῶτο σου γράμμα ἀλλά ψάχνοντας γι’ αὐτό ἔπεσα πάνω στήν βιογραφία τοῦ Doke [σημ. μετ.: Joseph Doke, M.K. Gandhi. An Indian Patriot in South Africa, 1909], ἡ ὁποία μοῦ τράβηξε τό ἐνδιαφέρον καί μοῦ ἔδωσε τήν δυνατότητα νά σέ γνωρίσω καί νά σέ καταλάβω καλύτερα.
Δέν εἶμαι πολύ καλά στήν ὑγεία μου αὐτό τό διάστημα καί αὐτό μέ ἐμποδίζει νά σοῦ γράψω ὅλα ὅσα ἔχω στήν καρδιά μου σχετικά μέ τό βιβλίο σου ἀλλά καί μέ ὅλη σου τήν δραστηριότητα, τήν ὁποία ἐκτιμῶ ἰδιαίτερα. Θά τό κάνω ὅμως ἀμέσως μόλις νιώσω καλύτερα.

Ὁ φίλος σου καί ἀδελφός
Λέων Τολστόϊ

Πρός τόν Γκάντι
Γιοχάνεσμπουργκ
Transvaal
Nότια Ἀφρική

Ἔλαβα τήν ἐφημερίδα σου «Indian Opinion» [σημ. μετ.: Ἡ ἐφημερίδα τοῦ Γκάντι ἐξεδίδετο στά Gujarati, στά Ηindi, στά Tamil καί στά Ἀγγλικά] καί χάρηκα πού διάβασα ὅλα ὅσα λέγει γι’ αὐτούς πού ἀποκηρύττουν τήν ἀντίσταση μέ τήν χρήση βίας. Ἀμέσως ἔνιωσα τήν ἐπιθυμία νά σοῦ ἀποκαλύψω τίς σκέψεις πού μοῦ προκάλεσε ἡ προσεκτική της μελέτη.
Ὅσο περισσότερο ζῶ -κυρίως τώρα πού αἰσθάνομαι καθαρά τόν θάνατο νά πλησιάζει- τόσο πιό πολύ θέλω νά ἐκφράσω τά ἔντονα συναισθήματά μου καί τήν γνώμη μου γι’ αὐτό πού θεωρῶ πώς εἶναι μεγάλης σημασίας, δηλαδή γι’ αὐτό πού ὀνομάζουμε ἀποκήρυξη κάθε μορφῆς ἀντιστάσεως μέ τήν χρήση βίας, τό ὁποῖο ἁπλῶς σημαίνει τό δόγμα τοῦ Νόμου τῆς ἀγάπης. Ἡ ἀγάπη ἤ, μέ ἄλλα λόγια, ὁ ἀγώνας τῶν ἀνθρώπινων ψυχῶν γιά ἑνότητα καί ἡ πειθήνια συμπεριφορά τοῦ ἑνός πρός τόν ἄλλο πού προκύπτει ἀπό αὐτόν τόν ἀγῶνα, ἀντιπροσωπεύει τόν ὑψηλότατο καί πράγματι μοναδικό νόμο τῆς ζωῆς, ὅπως ὁ καθένας γνωρίζει καί αἰσθάνεται στά βάθη τῆς καρδιᾶς του (ὅπως τό βλέπουμε ξεκάθαρα στά παιδιά). Αὐτός ὁ Νόμος κηρύχθηκε ἀπό ὅλες τίς φιλοσοφίες –τήν Ἰνδική, τήν Κινεζική, τήν Ἑβραϊκή, τήν Ἑλληνική καί τήν Ρωμαϊκή. Πιό ξεκάθαρα, ὅμως, νομίζω, ὅτι κηρύχθηκε ἀπό τόν ἴδιο τόν Χριστό, ὁ ὁποῖος εἶπε ρητά ὅτι σ’ αὐτόν στηρίζεται ὅλος ὁ Νόμος καί οἱ Προφῆτες. Ἐπιπλέον, κατέδειξε ἰδιαίτερα τόν κίνδυνο μιᾶς παραπλανήσεως ἡ ὁποία παρουσιάζεται στούς ἀνθρώπους πού ζοῦν σύμφωνα μέ τά ὑλικά τους συμφέροντα -δηλαδή νά ἔχουν τό δικαίωμα νά ὑπερασπισθοῦν τά συμφέροντά τους μέ τήν βία ἤ, ὅπως τό ἐξέφρασε ὁ ἴδιος, νά ἀνταποδώσουν τό χτύπημα μέ χτύπημα καί νά ἐπανακτήσουν τήν κλεμμένη περιουσία μέ τή βία κ. ἄ. Ἤξερε, ὅπως ὅλοι οἱ λογικοί ἄνθρωποι πρέπει νά γνωρίζουν, πώς κάθε χρήση βίας εἶναι ἀσυμβίβαστη μέ τήν ἀγάπη ὡς τόν ὑπέρτατο νόμο τῆς ζωῆς, καί πώς μόλις ἡ χρήση βίας φανεῖ ἀποδεκτή, ἀκόμα καί σέ μία μεμονωμένη περίπτωση, ὁ ἴδιος ὁ νόμος ἀμέσως ἀναιρεῖται. Ὁλόκληρος ὀ χριστιανικός πολιτισμός, ἐξωτερικά τόσο ὑπέροχος, ἔχει διαμορφωθεῖ βάσει αὐτῆς τῆς περίεργης καί κατάφωρης -κατά ἕνα μέρος σκόπιμης ἀλλά κυρίως μή συνειδητῆς- παρανοήσεως καί ἀντιφάσεως. Κατά βάθος, ὅμως, ὁ νόμος τῆς ἀγάπης δέν ἰσχύει καί δέν μπορεῖ νά ἰσχύει, ἅπαξ καί ἡ ἄμυνα μέ τήν βία τοποθετηθεῖ δίπλα του. Ἔστω κι ἄν μία φορά ὁ νόμος τῆς ἀγάπης δέν ἰσχύσει, τότε δέν ἀπομένει κανείς νόμος ἐκτός ἀπό τόν νόμο τοῦ δυνατοῦ. Σ’ αὐτό τό κράτος τό βασίλειο τοῦ Χριστιανισμοῦ ἔχει ζήσει γιά 1.900 χρόνια. Σίγουρα οἱ ἄνθρωποι ἄφηναν πάντοτε τούς ἑαυτούς τους νά καθοδηγοῦνται ἀπό τήν βία σἀν τήν κύρια ἀρχή τοῦ κοινωνικοῦ τους συστήματος. Ἡ διαφορά ἀνάμεσα στό Χριστιανικό ἔθνος καί σέ ὅλα τά ἄλλα ἔθνη εἶναι μόνον αὐτή: ὅτι στόν Χριστιανισμό ὁ νόμος τῆς ἀγάπης εἶχε δοθεῖ πιό καθαρά καί ρητά ἀπ’ ὅ,τι σέ κάθε ἄλλη θρησκεία, καί ὅτι οἱ ὀπαδοί του τόν ἀναγνώρισαν μέ κάθε σοβαρότητα. Ὅμως, παρά ταῦτα, θεώρησαν τήν χρήση βίας ἐπιτρεπόμενη καί βάσισαν τήν ζωή τους στήν βία ἔτσι ὥστε ἡ ζωή τῶν Χριστιανικῶν ἐθνῶν παρουσιάζει μεγάλη ἀντίφαση μεταξύ τῆς πίστεώς τους καί τῆς ἀρχῆς βάσει τῆς ὁποίας ἔχουν χτίσει τήν ζωή τους: μία ἀντίφαση μεταξύ τῆς ἀγάπης ἡ ὁποία πρέπει νά διέπει τόν νόμο τῆς συμπεριφορᾶς καί τῆς χρήσεως βίας, ὅπως αὐτή ἀναγνωρίζεται μέ διάφορες μορφές, ὅπως εἶναι οἱ κυβερνήσεις, τά δικαστήρια καί ὁ στρατός, οἱ ὁποῖες εἶναι ἀποδεκτές ὡς ἀπαραίτητες καί χαίρουν ἐκτιμήσεως. Αὐτή ἡ ἀντίφαση αὐξάνεται μέ τήν ἀνάπτυξη τῆς πνευματικῆς ζωῆς τοῦ χριστιανισμοῦ.
Τώρα τό ζήτημα εἶναι πώς θά πρέπει νά ἐπιλέξουμε τό ἕνα ἀπό τά δύο πράγματα –ἤ νά παραδεχθοῦμε ὅτι δέν ἀναγνωρίζουμε καμμία θρησκευτική ἠθική ἀλλά ἀφήνουμε τόν τρόπο τῆς ζωῆς μας νά καθορίζεται ἀπό τόν νόμο τοῦ δυνατοῦ ἤ νά ἀπαιτήσουμε νά σταματήσει ἡ ὑποχρεωτική ἐπιβολή τῶν φόρων καί νά καταργηθοῦν ὅλοι οἱ θεσμοί πού βασίζονται στούς νόμους καί στήν καταστολή καί κυρίως οἱ στρατιωτικοί θεμσοί.
Αὐτήν τήν ἄνοιξη, κατά τήν διάρκεια μιᾶς ἐξετάσεως τῶν ἱερῶν κειμένων σ’ ἕνα σχολεῖο θηλέων στήν Μόσχα, ἀρχικά ὁ καθηγητής τῶν Θρησκευτικῶν καί στήν συνέχεια ἕνας ἀρχιεπίσκοπος ρωτοῦσαν τά κορίτσια σχετικά μέ τίς δέκα ἐντολές, εἰδικότερα δέ σχετικά μέ τήν ἕκτη. Ὕστερα ἀπό τήν σωστή ἀπαρίθμησή τους, ὁ ἀρχιεπίσκοπος ἔκανε μερικές φορές τήν ἐρώτηση: «Εἶναι πάντοτε καί σέ κάθε περίπτωση ἀπαγορευμένο νά σκοτώνουμε;». Καί τά δυστυχῆ κορίτσια, παραπλανημένα ἀπό τόν καθηγητή τους, ἔπρεπε νά ἀπαντήσουν καί ἀπαντοῦσαν: «Ὄχι πάντοτε, ἀφοῦ ἐπιτρέπεται στόν πόλεμο καί στίς ἐκτελέσεις». Ὅμως, ὅταν αὐτή ἡ συνήθης ἐρώτηση ἄν εἶναι πάντοτε ἁμαρτία τό νά σκοτώνει κανείς, τέθηκε σ’ ἕνα ἀπό αὐτά τά δυστυχῆ πλάσματα, τό κορίτσι κοκκίνησε καί ἀπάντησε ἀποφασιστικά «Πάντοτε». Καί παρά τίς συνήθεις σοφιστεῖες τοῦ ἀρχιεπισκόπου, ἔμεεινε ἀκλόνητη στήν θέση της, ὅτι δηλαδή τό νά σκοτώνεις εἶναι σέ ὅλες τίς περιπτώσεις ἀπαγορευμένο, ἀκόμα καί στήν Παλαιά Διαθήκη, καί ὅτι ὁ Χριστός δέν μᾶς ἔχει ἀπαγορεύσει μόνον τό νά σκοτώνουμε, ἀλλά γενικότερα τό νά βλάπτουμε τόν συνάνθρωπό μας. Ὁ ἀρχιεπίσκοπος, παρά τήν μεγαλοπρέπειά του καί τήν λεκτική του ἐπιδεξιότητα, ἀναγκάστηκε νά σιωπήσει.
 Ναί, μπορεῖ νά γράφουμε στίς ἐφημερίδες γιά τήν πρόοδό μας, γιά περίπλοκες διπλωματικές μας σχέσεις, γιά ἀνακαλύψεις, γιά τίς συμμαχίες μας καθώς καί γιά τά λεγόμενα ἔργα τέχνης καί μποροῦμε νά περάσουμε στά ἐλαφρά αὐτό πού εἶπε τό κορίτσι. Ἀλλά δέν μποροῦμε νά τήν κάνουμε νά σιωπήσει τελείως, γιατί κάθε Χριστιανός αἰσθάνεται τό ἴδιο, ὅσο ἀόριστο κι ἄν εἶναι αὐτό. Ὁ Σοσιαλισμός, ὁ Κομμουνισμός, ὁ Ἀναρχισμός, ἡ αὔξηση τῆς ἐγκληματικότητας, ἡ αὐξανόμενη πολυτέλεια τῶν πλουσίων καί ἡ αὐξανόμενη μιζέρια τῶν φτωχῶν, ὁ φοβερά αὐξανόμενος ἀριθμός τῶν αὐτοκτονιῶν -ὅλα εἶναι ἐνδείξεις αὐτῆς τῆς ἐσωτερικῆς ἀντιφάσεως ἡ ὁποία καί πρέπει νά διαλυθεῖ. Καί βεβαίως θά διαλυθεῖ μέ τέτοιο τρόπο ὥστε ὁ Νόμος τῆς ἀγάπης θά άναγνωρισθεῖ καί ὅλη ἡ πίστη στήν βία θά ἐγκαταλειφθεῖ. Ἡ δουλειά σου στήν  Transvaal, ἡ ὁποία μᾶς φαίνεται νά εἶναι στήν ἄκρη τῆς γῆς, εἶναι στό ἐπίκεντρο τοῦ ἐνδιαφέροντός μας, καί παρέχει τήν πιό σοβαρή πρακτική ἀπόδειξη, τήν ὁποία τώρα ὁ κόσμος μπορεῖ νά μοιραστεῖ, καί στήν ὁποία ὄχι μόνον οἱ Χριστιανικοί ἀλλά καί ὅλοι οἱ λαοί τοῦ κόσμου μποροῦν νά συμμετέχουν.
Νομίζω ὅτι θά σέ εὐχαριστήσει νά ἀκούσεις ὅτι ἐδῶ στήν Ρωσσία ἕνα παρόμοιο κίνημα τραβάει τό ἐνδιαφέρον καί ὅτι ὁ ἀριθμός αὐτῶν πού ἀρνοῦνται νά ὑπηρετήσουν τήν στρατιωτική τους θητεία αὐξάνεται χρόνο μέ τόν χρόνο.
Στήν ὁμολογία τοῦ Χριστιανισμοῦ -ἀκόμα καί σ’ ἕναν Χριστιανισμό παραποιημένο ὅπως εἶναι αὐτός πού διδάσκεται ἀνάμεσά μας- καί στήν πίστη στήν ἀναγκαιότητα τοῦ στρατοῦ καί στίς προετοιμασίες γιά σφαγές ἀκόμη μεγαλύτερης κλίμακας, ὑπάρχει μία προφανής ἀντίφαση. Ὅμως, εἴτε θά ἐκμηδενισθεῖ ἡ χριστιανική θρησκεία, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητη γιά τήν  διατήρηση τοῦ Κράτους, εἴτε θά ἐξαφανισθεῖ ὁ στρατός καί ὅλη ἡ χρήση βίας πού εἶναι μέρος του. Ὅλες οἱ κυβερνήσεις γνωρίζουν αὐτήν τήν ἀντίφαση, καί ἡ δική σου ἡ Βρεταννική καί ἡ δική μας ἡ Ρωσσική. Οἱ κυβερνήσεις γνωρίζουν τούς κινδύνους πού τίς ἀπειλοῦν καί εἶναι σέ ἐπιφυλακή ὄχι ἁπλῶς γιά νά διατηρήσουν τά συμφέροντά τους ἀλλά, στήν πραγματικότητα, γιά νά πολεμήσουν γιά τήν ἴδια τους τήν ὕπαρξη.

Δικός σου κ.ἄ.
Λέων Τολστόϊ

[σημ. μετ.: Ἡ μετάφραση βασίστηκε στά κείμενα πού περιέχονται στόν τόμο Recollections and Essays by Leo Tolstoi, Oxford Univeristy Press, London-New York-Toronto, 1937, σσ. 433-439]


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου