Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2012



Δημήτρης Μπαλτάς

Ὄλγκα Λόσκι, Τό μυστικό τῆς εἰκόνας, μετ. Κλ. Νεβέ, Ε. Σιούγγαρη, Μεταίχμιο, Ἀθήνα 2011, σελ. 333. 
 
 
Μέ ἀφορμή τήν ζωή τῶν μοναχῶν στό μοναστήρι τοῦ ἁγ. Ἀνδρονίκου, ὅπου ἄλλοτε μεγαλούργησε ὁ περίφημος Ἀντρέϊ Ρουμπλιώφ (ἡ παράδοση ἀναφέρει ὅτι ἐκεῖ πέθανε), καί τήν εἰκόνα πού φιλοτεχνεῖ ὁ μοναχός Γρηγόριος, ἡ συγγραφέας μᾶς δίνει στιγμιότυπα τῶν πρώτων στιγμῶν τῆς Ὀκτωβριανῆς Ἐπαναστάσεως.
Προκαλεῖ ἰδιαίτερο τό γεγονός ὅτι ἡ συγγραφέας γνωρίζει τίς πτυχές τῆς ζωῆς (ἐνδεικτικῶς σ. 249. σ. 288) τῶν μοναχῶν πού βρίσκονται κοντά στόν Γέροντά τους, ἐν τούτοις «ἀνίκανοι νά πάρουν ὁποιαδήποτε πρωτοβουλία» (σ. 41). Ὁ Γέροντας (Μπάτιουσκα) δίνει τήν εὐλογία του στόν π. Γρηγόριο νά φιλοτεχνήσει τήν εἰκόνα τῆς «Καθόδου τοῦ Χριστοῦ στόν Ἅδη». Σχετικές ἀναφορές περί τῶν εἰκόνων σέ πολλά σημεῖα τοῦ βιβλίου δείχνουν ὅτι ἡ Ὄ. Λόσκι γνωρίζει ἰδιαιτέρως καλά τήν αἰσθητική τῆς ὀρθόδοξης εἰκονογραφίας.
Παράλληλα μέ τήν ἀναφορά στό μοναστήρι καί στήν εἰκονογραφική ἐργασία τοῦ π. Γρηγορίου, ἡ συγγραφέας παρουσιάζει τήν καθημερινότητα μιᾶς ἁπλῆς, ὄχι πλούσιας, ρωσσικῆς οἰκογένειας τῆς ἐποχῆς τῆς Ἐπαναστάσεως (τοῦ 1917). Ἄλλα μέλη τῆς οἰκογένειας συντάσσονται μέ τό ἀντιθρησκευτικό πνεῦμα τῆς σοβιετικῆς ἰδεολογίας (ἐνδεικτικῶς σ. 78, σσ. 181-183), ἐνῶ ἄλλα παραμένουν πιστά στίς ἀρχές τῆς ρωσσικῆς εὐσέβειας (ἐνδεικτικῶς σσ. 73-74). Γιά τήν ἡρωίδα τοῦ μυθιστορήματος, τήν Ναντιέζντα Ἰβάνοβνα, ἡ διάσωση τῆς εἰκόνας «τῆς Ἀναστάσεως» τοῦ π. Γρηγορίου ἀπό τήν καταστροφική μανία τῶν ἐργατῶν τοῦ μοναστηριοῦ ἰσοδυναμεῖ μέ τήν «ἐπάνοδο τῆς εἰρήνης, τό καλύτερο αὔριο» (σ. 297). Ἔτσι ἡ Λόσκι ἀποδίδει τήν σχέση τῶν δύο κόσμων, τοῦ παλαιοῦ καί τοῦ νέου, αὐτοῦ πού παραμένει πιστός στόν Θεό καί αὐτοῦ πού μάχεται τήν θρησκευτικότητα τοῦ ρωσσικοῦ λαοῦ.
Εἶναι δέ χαρακτηριστικό ὅτι ἡ σκηνή τῆς λεηλασίας τοῦ μοναστηριοῦ ἀπό τούς λιμώττοντες ἐργάτες καί κυρίως ἡ ἐκτέλεση τῶν μοναχῶν ἀπό τόν σοβιετικό στρατό παρουσιάζονται ἀπό τήν συγγραφέα ὡς «ἐμπειρία κολάσεως» (σ. 289). 
Ἐνῶ ὅμως τά κύρια πρόσωπα τοῦ ἔργου καταλήγουν στόν θάνατο, ἡ εἰκόνα συνεχίζει τήν ζωή της καί φθάνει, ὕστερα ἀπό περιπέτειες, στά χέρια μιᾶς Ρωσσίδας τοῦ Παρισιοῦ, τῆς Ντιμοτέλ-Ἀντόνιοφ, ἡ ὁποία, ἀφοῦ τήν ἀγοράσει, τήν δίνει σέ μία ἁγιογράφο γιά νά φροντίσει γιά τίς φθορές τῆς εἰκόνας σέ ὁρισμένα σημεῖα (σσ. 326-333).
Σέ μία γενικότερη ἀποτίμηση, τό ἔργο παρουσιάζει ἐνδιαφέρον, τόσο ἀπό τήν ἄποψη τοῦ ἱστορικοῦ ὑποβάθρου, ὅσο καί ἀπό τήν ἄποψη τῆς αἰσθητικῆς τῆς εἰκονογραφίας. Ἰδιαιτέρως ἐπιτυχής εἶναι ἡ παράλληλη παρουσίαση ἐκ μέρους τῆς Ὄ. Λόσκι τῆς ζωῆς τοῦ μοναστηριοῦ καί τῆς ζωῆς μιᾶς ἁπλῆς ρωσσικῆς οἰκογένειας, πού ἐν τέλει συναντῶνται στό σημεῖο τῆς προσεγγίσεως ἤ τῆς ἀπορρίψεως τῆς ἀλήθειας τῆς πίστεως στόν Χριστό καί στήν Ἐκκλησία.
 
(Τό παρόν δημοσιεύθηκε στήν ἐφημ. Χριστιανική)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου