Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012



Δημήτρης Μπαλτᾶς


Ἀπό τίς ἀναζητήσεις
τῶν Ρώσσων διανοητῶν
τοῦ ιθ΄ καί τοῦ κ΄ αἰ.
  

Στήν σημερινή ὁμιλία θά ἀναφερθῶ σέ ὁρισμένες ὄψεις τῶν ἀναζητήσεων καί τῶν συζητήσεων πού κυριάρχησαν μεταξύ τῶν Ρώσσων διανοητῶν τοῦ κ΄ αἰ. Προηγουμένως εἶναι ἀναγκαῖο νά δοθοῦν κάποια στοιχεῖα τῆς ρωσσικῆς σκέψεως τοῦ ιθ΄ αἰ., ἐπί τῶν ὁποίων διαμορφώνεται ἡ ρωσσική Διανόηση τοῦ κ΄ αἰ. Ἀπό τήν σχετική πραγμάτευση θά φανεῖ ὅτι οἱ ἀναζητήσεις καί οἱ προσεγγίσεις αὐτές ἦσαν μέν ἀναζητήσεις τῆς «ρωσσικῆς ψυχῆς», ἀλλά παράλληλα ἀποτέλεσαν καί προτάσεις πού συζητήθηκαν κατά τήν διάρκεια καί ὕστερα ἀπό τούς δύο παγκοσμίους πολέμους τοῦ κ΄ αἰ.

Α΄ Ἕνα πρῶτο βασικό στοιχεῖο τῆς ρωσσικῆς σκέψεως εἶναι ἡ προσπάθεια γιά τόν ἐκκλησιαστικό καί τόν ἐθνικό αὐτοπροσδιορισμό τῶν Ρώσσων στήν ρωσσική κοινωνία πού εἶχε δυτικοποιηθεῖ ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Μ. Πέτρου ἤ, τουλάχιστον, πού φανταζόταν τήν Δύση σάν τήν ἐνσάρκωση μιᾶς ἰδεατῆς καταστάσεως. Στό πλαίσιο αὐτό παρεμβαίνουν οἱ σλαβόφιλοι, οἱ ὁποῖοι τονίζουν τόν ἰδιαίτερο ρόλο τῆς Ρωσσίας στήν Εὐρώπη. Μάλιστα τόν ρόλο αὐτόν προσδιορίζει καλύτερα ὁ Ντοστογιέφσκι στόν περίφημο Λόγο στόν Πούσκιν, ὅταν γράφει ὅτι «νά εἶναι κανένας ἀληθινός Ρῶσσος, νά εἶναι ἐντελῶς Ρῶσσος, αὐτό σημαίνει μοναδικά νά εἶναι ἀδελφός ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ἕνας συνανθρώπινος». Παρ’ ὅλον ὅτι ὁρισμένοι ἀπό τούς  σλαβόφιλους φθάνουν νά ἐπισημάνουν τήν ὑπεροχή τῶν σλαβικῶν λαῶν ἔναντι τῶν ἄλλων, νομίζω ὅτι ἡ τάση αὐτή δέν μπορεῖ νά χαρακτηρισθεῖ ἀβίαστα ἐθνικιστική, ὅπως συνηθίζεται σήμερα.
Τήν ἴδια ἐποχή ὁ λαός στρέφεται πρός τούς στάρτσι, τούς μοναχούς ἤ κληρικούς πού δέν διδάσκουν ἁπλῶς μία ἀκαδημαϊκοῦ τύπου θεολογία ἀλλά εἶναι ζωντανές παρουσίες τῆς θείας χάριτος. Μάλιστα οἱ σλαβόφιλοι ὀφείλουν πολλά στούς στάρτσι. Εἶναι γνωστό ὅτι ὁ Μακάριος καί ὁ Ἀμβρόσιος τῆς Ὄπτινα ἄσκησαν ἀποφασιστική ἐπίδραση στόν Ἰ. Kιριέφσκι, ἕνα ἀπό τούς ἡγέτες τῶν σλαβόφιλων, καί στόν Ντοστογιέφσκι ἀντίστοιχα. Νομίζω ὅτι ἡ μεγάλη συμβολή τῶν σλαβόφιλων στήν ρωσσική σκέψη εἶναι ἡ εἰσαγωγή καί ἡ καθιέρωση τοῦ σόμπορνοστ, δηλαδή τῆς ἐν ἐλευθερίᾳ καί ἀγάπῃ κοινότητας τῶν πιστῶν (ὁ ὅρος δέν μπορεῖ νά ἀποδοθεῖ μονολεκτικῶς στήν ἑλληνική).
Ὁπωσδήποτε εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι στίς ἀναζητήσεις τῶν Ρώσσων φιλοσόφων τοῦ κ΄ αἰ., καί ἰδιαιτέρως τοῦ Μπερντιάγιεφ, τοῦ Φλωρένσκυ, τοῦ Ζενκόφσκυ καί τοῦ Φλωρόφσκυ, ἀνιχνεύονται στοιχεῖα τῆς σλαβοφιλικῆς παραδόσεως, ὅπως ἡ μοναδικότητα τῆς Ρωσσίας, τό σόμπορνοστ, ἡ ἀξία τοῦ προσώπου κ.ἄ. 

Β΄ Ἐκτός ἀπό τούς σλαβόφιλους σημαντική εἶναι ἡ παρουσία τῆς ρωσσικῆς Ἰντελλιγκέντσια. Διά τοῦ ὅρου αὐτοῦ ἐννοοῦνται συνήθως οἱ ριζοσπαστικές τάσεις στήν ρωσσική σκέψη καί κυρίως στήν ρωσσική κοινωνική φιλοσοφία. Μεταξύ τῶν τάσεων αὐτῶν διακρίνονται οἱ λεγόμενοι δυτικόφιλοι, οἱ narodniki (= οἱ λαϊκιστές), οἱ συνεπεῖς μαρξιστές καί οἱ «νόμιμοι μαρξιστές» (ἀποκαλοῦνται «νόμιμοι», διότι ἐργάζονται στίς νόμιμες, δηλαδή στίς ντόπιες ἐφημερίδες).
Εἶναι γεγονός ὅτι ἡ Ἰντελλιγκέντσια ἐστράφη ἐναντίον τῆς ἐπίσημης διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας, καθ’ ὅσον ἡ διοίκηση αὐτή εἶχε μεταβληθεῖ σέ ὄργανο στηρίξεως τῶν κυρίαρχων τάξεων τῆς ρωσσικῆς κοινωνίας. Παράλληλα, τό φιλελεύθερο τμῆμα τῆς Ἰντελλιγκέντσια, ἀφοῦ δέχθηκε τίς ἐπιδράσεις τοῦ γερμανικοῦ ἰδεαλισμοῦ, καί ὑπό τό κράτος θρησκευτικῶν ἀναζητήσεων, ἔκανε λόγο γιά τήν ἀναγκαιότητα τοῦ ἠθικοῦ περιεχομένου τῆς σοσιαλιστικῆς θεωρίας, ὑπενθυμίζοντας κατ’ οὐσίαν τόν «χριστιανικό σοσιαλισμό» τοῦ Ντοστογιέφσκι. Ὁ Σέργιος Μπουλγκάκωφ κάνει λόγο γιά τήν ἐκκλησιαστικότητα τῶν χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι, κατά τόν Μπερνιτάγιεφ, εἶναι ἀνάξιοι τῆς χριστιανικῆς ἰδιότητος (Θυμίζω ἐδῶ τήν διάλεξη τοῦ Μπερντιάγιεφ μέ θέμα «Ἡ ἀξία τοῦ χριστιανισμοῦ καί ἡ ἀναξιότητα τῶν χριστιανῶν» πού τότε εἶχε ἐνθουσιάσει τό πολυπληθές κοινό στήν «Λέσχη Ἀναρχικῶν»).
Ἔτσι οἱ «νόμιμοι μαρξιστές», ἐπιχειρώντας νά ἐπαναπροσεγγίσουν τήν ὀρθόδοξη παράδοση, διαμόρφωσαν ὅ,τι ἔχει ἀποκληθεῖ «θρησκευτική φιλοσοφία». Κρίνεται σκόπιμο νά διευκρινισθεῖ ὅτι οἱ «νόμιμοι μαρξιστές» δέν ἦσαν θεολόγοι, κατά τήν ἀκαδημαϊκή ἔννοια τοῦ ὅρου. Ἀντιθέτως, οἱ ρίζες τῆς γνωστικῆς συγκροτήσεώς τους ἦσαν περισσότερο φιλοσοφικές. Κατ’ οὐσίαν, οἱ Ρῶσσοι θρησκευτικοί φιλόσοφοι μίλησαν μέ μία γλῶσσα φιλοσοφική γιά ζητήματα θεολογικά, χρησιμοποιώντας ὁρολογία πού υἱοθετήθηκε, ἄν καί αὐτό δέν ὁμολογεῖται, καί στήν σύγχρονη θεολογική σκέψη. Σέ κάθε περίπτωση, στήν περιοχή τῆς θρησκευτικῆς φιλοσοφίας ἐπιχειρεῖται ὁ προσδιορισμός τῆς σχέσεως τῆς θρησκείας μέ τήν φιλοσοφία. Στό πλαίσιο αὐτό γράφει ὁ Σ. Φράνκ ὅτι «ἡ φιλοοφία καί ἡ θρησκεία δέν εἶναι τόσο ξένες μεταξύ τους καί ἀνομοιογενεῖς κατευθύνσεις, ὅπως τίς θεωρεῖ ὁ διαφωτισμός πού ἔχει χάσει τήν σαφῆ ἰδέα τοῦ χαρακτήρα τῆς μιᾶς καί τῆς ἄλλης».

Γ΄. Τό 1917 καί κυρίως τό 1922 ἀποτελοῦν ὁρόσημα γιά τήν ρωσσική φιλοσοφία τοῦ κ΄ αἰ. Πολλοί διανοούμενοι, πού δέν ἀσπάζονται τόν διαλεκτικό ὑλισμό (δέν θεωρῶ ὅτι ὑπάρχει ad hoc σοβιετική φιλσοοφία), ἐξορίζονται ἀπό τήν πατρῶα γῆ, κατευθυνόμενοι  πρός τήν Ἀμερική καί τήν Εὐρώπη, ὅπου κομίζουν τίς προτάσεις τους σ’ ἕνα κόσμο πού ἀναζητεῖ ἕνα νόημα ζωῆς, ἐν μέσῳ δύο παγκοσμίων πολέμων. Οἱ συμβολές τῶν Ρώσσων φιλοσόφων τῆς Διασπορᾶς σέ ζητήματα πολιτικῆς φιλοσοφίας, ἠθικῆς φιλοσοφίας, φιλοσοφικῆς ἀνθρωπολογίας ἀλλά καί σέ ζητήματα θεολογικά, χαρακτηρίζονται καίριες.

Σέ μία γενική ἀποτίμηση, θά πρέπει νά θεωρηθεῖ βέβαιο ὅτι ἡ ρωσσική σκέψη δέν διεκόπη μετά τό 1917. Συνέχισε τήν ἐξελικτική της πορεία, κυρίως ἐκτός Ρωσσίας, ἀλλά ἐκφράζουσα πάντοτε τίς ἀναζητήσεις τῆς «ρωσσικῆς ψυχῆς». Ἐπιπλέον ἀπευθύνθηκε στήν Δύση πού ἀναζητοῦσε ἕνα νόημα ζωῆς. Θά προσέθετα ὅτι οἱ ἀναζητήσεις πού περιέγραψα ἁδρομερῶς, παραμένουν ἐπίκαιρες καί δυναμικές θεωρήσεις καί στόν σημερινό κόσμο πού παρουσιάζει τήν εἰκόνα περισσότερο τῆς ἀποσύνθεσης καί λιγότερο τῆς ἀνασύνθεσης.

(Ἐπεξεργασμένη μορφή τῆς σχετικῆς Ὁμιλίας τοῦ γράφοντος στά γραφεῖα τῆς Διαβαλκανικῆς Ὁμοσπονδίας Ὀρθοδόξων Νέων, τήν 31. 3. 2007)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου