Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2012



Δημήτρης Μπαλτάς


K. Léontieff καί Fr. Nietzsche


Εἶναι γνωστό ὅτι ὁ μηδενισμός δέν ἔχει ἐγκαθιδρυθεῖ στήν ἱστορία τῶν ἰδεῶν μέ τό ἔργο τοῦ Fr. Nietzsche (1844-1900) ἀλλά ἔχει ρίζες παλαιότερες καί ὄχι μόνον δυτικές.
Στήν παροῦσα ἐργασία, ἀφοῦ προηγηθεῖ μία ἀναφορά στήν ἱστορία τοῦ ρωσσικοῦ μηδενισμοῦ, θά ἐξετασθεῖ ἐν συνεχείᾳ ἡ περίπτωση τοῦ Ρώσσου διανοητή K. Léonteiff (1831-1891), ὁ ὁποῖος ἔχει ἀποκληθεῖ, κατά τρόπο χαρακτηριστικό, ὡς ὁ «Nietzsche τῆς Ρωσσίας». Θά ὑποστηριχθεῖ ἐν συνεχείᾳ ὅτι, παρά ὁρισμένα χαρακτηριστικά τῆς σκέψεως τοῦ Léontieff πού θυμίζουν τήν φιλοσοφία τοῦ Nietzsche, ὁ Ρῶσσος διανοητής ἀποτελεῖ μία ἰδιαίτερη φιλοσοφική παρουσία τοῦ ιθ΄ αἰ. πού κινεῖται μακράν τοῦ τυπικοῦ μηδενισμοῦ καί τοῦ μονομεροῦς σκεπτικισμοῦ.

                                                      
α΄ 

Παρά τό γεγονός ὅτι στήν ἱστορία τοῦ ρωσσικοῦ μηδενισμοῦ ἐντάσσεται ἡ προσέγγιση τοῦ ρωσσικοῦ ἀριστεροῦ ἑγελιανισμοῦ (ἤτοι τοῦ Herzen, τοῦ Bielinsky καί τοῦ Bakounine)[1],  σκιαγράφηση τοῦ ρωσσικοῦ μηδενισμοῦ θεωρεῖται, κατά κανόνα, ὅτι εἶχε ἐπιχειρήσει, ἴσως μέ κάποια ὑπερβολή[2], ὁ I. Tourgueniev στό μυθιστόρημά του Πατέρες καί παιδιά[3]. Ὑπενθυμίζεται ὅτι ὁ τύπος τοῦ Bazarov παρουσιάζει ὁρισμένες ἀρνητικές ἰδιότητες, μεταξύ τῶν ὁποίων ἕνα ἐγωϊσμό καί ἕνα σκεπτικισμό. Συγκεκριμένα, ὁ ἥρωας ὑποστηρίζει μέ πάθος ὅτι «μηδενιστής εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού δέν προσκυνάει καμιά αὐθεντία, δέν πιστεύει σέ καμιάν ἀρχή, ὅποιος κι ἄν εἶναι ὁ σεβασμός πού τήν περιβάλλει»[4]. Ἐπειδή, ὅμως, οἱ ἴδιοι οἱ συγγραφεῖς αὐτοαποκαλοῦνταν «σκεπτόμενοι ρεαλιστές» καί ὄχι «μηδενιστές»[5], εἶναι βάσιμη καί ἡ τοποθέτηση ὅτι «ἡ ἄρνηση γιά τούς μηδενιστές δέν εἶναι ποτέ σκέτη ἄρνηση, ἀλλά κατανοεῖται πάντοτε μέ φιχτιανό ἤ ἑγελιανό τρόπο ὡς τό θεμέλιο τῆς ἐλευθερίας»[6]. Στό πλαίσιο αὐτό, ὁ Florovsky ἐπισημαίνει ὅτι «οἱ μηδενιστές ἀρνοῦνταν καί ἀπέρριπταν ὄχι μόνον ἕνα καθορισμένο παρελθόν ἀλλά κάθε παρελθόν»[7]. Ἀπό τά λοιπά χαρακτηριστικά τοῦ ρωσσικοῦ μηδενισμοῦ μπορεῖ νά διακρίνει κανείς τόν ὑλισμό καί τόν ὠφελιμισμό[8]. Μάλιστα τό τελευταῖο φαίνεται καθαρά στούς λόγους τοῦ Bazarov, ὅταν αὐτός ἰσχυρίζεται ὅτι «κινητήρια δύναμή μας εἶναι κεῖνο πού ἐμεῖς ἀναγνωρίζουμε ὠφέλιμο ... Στή σημερινή ἐποχή τό πιό ὠφέλιμο εἶναι ἡ ἄρνηση»[9].
Ἐξ ἄλλου, ἔχει θεωρηθεῖ[10] ὅτι ὁ ρωσσικός μηδενισμός πηγάζει οὐσιαστικά ἀπό τήν διαφορετική θεώρηση τῶν δυνατοτήτων τοῦ ἀνθρώπου ἐκ μέρους τοῦ Saint-Simon καί τοῦ Fichte ἀλλά καί τοῦ Schelling. Στό πλαίσιο αὐτό, γίνεται δεκτό ὅτι «ὁ ρωσσικός μηδενισμός ἀπέδιδε στόν ἄνθρωπο μιά σχεδόν ἀπόλυτη ἐξουσία ὅσον ἀφορᾶ τόν μετασχηματισμό τῆς κοινωνικῆς καί πολιτικῆς ὕπαρξής του»[11].
Ἄς σημειωθεῖ, τέλος, ὅτι μεταξύ τῶν βασικῶν ἐκπροσώπων τοῦ ρωσσικοῦ μηδενισμοῦ συγκαταλέγονται ὁ N. G. Tchernichevsky (1828-1889), ὁ N. A. Dobroliuboff (1836-1861) καί ὁ D. Pissareff (1840-1868)[12].

β΄


Αὐτές τίς ἀναζητήσεις τῆς ρωσσικῆς ψυχῆς, πού ἐμπνέεται κατά βάσιν ἀπό τό πνεῦμα τοῦ διαφωτισμοῦ[13], ἀλλά καί τίς ἀλλαγές στήν ρωσσική κοινωνία μέ τήν ἀπελευθέρωση τῶν δουλοπάροικων (τήν 19 φεβρουαρίου 1861) παρακολουθεῖ ἐκ τοῦ σύνεγγυς ὁ Κ. Léontieff. Ἔχει ἐνδιαφέρον νά παρατηρήσει κανείς τά κυριώτερα στοιχεῖα τῆς φιλοσοφίας τοῦ Léontieff, προβαίνοντας ἀκολούθως σέ συχετισμούς μέ τήν σκέψη τοῦ Nietzsche.
Τήν δεκαετία τοῦ 1860 ὁ Léontieff δημοσιεύει τό ἔργο Ἐξομολόγηση ἑνός Συζύγου, στό ὁποῖο διατυπώνει τήν θεωρία του περί τῆς «αἰσθητικῆς ἀνηθικότητας». Κατά τήν ὑπόθεση τοῦ ἔργου, ἕνας μεσόκοπος σύζυγος «ἐνθαρρύνει τήν κακή συμπεριφορά τῆς νεαρῆς γυναίκας του, ὄχι γιατί πιστεύει στά «δικαιώματα τῆς γυναίκας ἀλλά γιατί θέλει νά τή δεῖ νά ζεῖ μία ὁκλοκληρωμένη ζωή, μέ ὅλο τό πάθος, τήν ἔκσταση καί τόν πόνο της»[14]. Ἀκριβῶς αὐτό τό στοιχεῖο πού ἔχει ἑρμηνευθεῖ σάν περιφρόνηση τοῦ συγγραφέα πρός τήν παραδεδομένη ἠθική[15] ἔχει συσχετισθεῖ μέ τήν φιλοσοφία τοῦ Nietzsche, ὁ ὁποῖος γράφει «ἐναντίον τῆς ἠθικῆς, ἐκτός τῆς ἠθικῆς, πέραν τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ»[16]. Διατυπώνει δέ τό αἴτημα γιά τήν «αὐτοκατάργηση τῆς ἠθικῆς»[17].
Ἕνα δεύτερο, ἀξιοσημείωτο καί αὐτό, στοιχεῖο εἶναι ἡ ἰδιάζουσα ἀριστοκρατική διάθεση[18] τοῦ Léontieff. Ἐπισημαίνεται σχετικῶς ὅτι ἦταν ἀντίθετος πρός ἐκείνους οἱ ὁποῖοι «πίστευαν στήν πρόοδο καί ἤθελαν νά ἐπιβάλλουν τήν κατώτερη τελειότητά τους σ’ αὐτόν τόν ὑπέροχα ἀτελῆ κόσμο»[19]. Τίς ἀπόψεις αὐτές διατυπώνει στό δοκίμιο πού ἐπιγράφεται «Ὁ μέσος εὐρωπαῖος ὡς μέσον καί σκοπός τῆς παγκόσμιας προόδου». Προφανῶς ἐδῶ διαφαίνεται μία ἀπαισιόδοξη στάση ζωῆς. Ἀλλά θά πρέπει νά προστεθεῖ ὅτι ὁ Ρῶσσος διανοητής ἐκφράζει καί μία «πολιτική» ἀντίληψη, καθ’ ὅσον ἐμμέσως ἀπορρίπτει τό ἀστικό πνεῦμα πού συσχετίζεται μέ τήν πίστη στήν πρόοδο τῆς κοινωνίας. Ἔτσι διερωτᾶται, χαρακτηριστικά, ὁ Léontieff: «Δέν θά ἦταν μία τρομερή ἤ καί προσβλητική σκέψη τό ὅτι ὁ Μωϋσῆς ἀνέβηκε στό Σινᾶ, οἱ Ἕλληνες ἔκτισαν τήν Ἀκρόπολη, οἱ Ρωμαῖοι ἔκαναν τούς καρχηδονιακούς πολέμους κι ὁ μεγαλοφυής καί ὡραῖος Ἀλέξανδρος μέ τό φτερωτό κράνος ἀγωνίστηκε καί νίκησε στά Ἄρβηλα, ὅτι κήρυξαν οἱ Ἀπόστολοι, ὑπέφεραν οἱ Μάρτυρες, οἱ ποιητές τραγούδησαν, οἱ ζωγράφοι ζωγράφησαν κι ἔλαμψαν οἱ ἱππότες στούς ἀγῶνες τους- πώς ὅλα αὐτά γίνανε μόνο καί μόνο γιά νά θρονιάζεται σήμερα ὁ γάλλος, ὁ γερμανός ἤ ὁ ρῶσσος ἀστός, μέσα στό ἄσχημο καί γελοῖο ντῦμα του, πάνω στά συντρίμμια ὅλων αὐτῶν τῶν περασμένων μεγαλείων καί γιά νά ζεῖ ἀτομικά ἤ συλλογικά μιάν ἄνετη ζωή;»[20]. Εἶναι βέβαιο ὅτι αὐτό τό ἰδιαίτερο «πολιτικό» στοιχεῖο πού προκύπτει ἀπό τήν ἀνάλυσή του θά προκαλοῦσε, ὅπως καί ἔγινε, τήν ἀντίθεση τῶν λεγομένης «ἀστικῆς ἰδεολογίας».
Ὅπως ἡ ἀπόρριψη τῆς παραδεδομένης ἠθικῆς, καί τό στοιχεῖο τῆς ἀριστοκρατικῆς διαθέσεως τοῦ Léontieff ἔχει συσχετισθεῖ[21] μέ τήν φιλοσοφία τοῦ Nietzsche. Ὁ Γερμανός φιλόσοφος ἰσχυρίζεται ὅτι «ὁ ἀριστοκρατισμός τοῦ φρονήματος ὑποσκάφτηκε, μέ τόν πλέον ὑπόγειο τρόπο, ἀπό τό ψέμα τῆς ἰσότητας τῶν ψυχῶν»[22], ἐνῶ ἐν συνεχείᾳ κάνει λόγο γιά τήν «δυνατότητα ὕπαρξης ἀνώτερων καί ἀνωτάτων τύπων»[23] μέσα στήν κοινωνία. Φαίνεται ὅτι ὁ νιτσεϊκός ἀριστοκρατισμός ἔχει περιεχόμενο ἀτομικό καί κοινωνικό.     


 γ΄


Ὕστερα ἀπό τήν ἁδρομερῆ παρουσίαση τῶν χαρακτηριστικῶν τοῦ ρωσσικοῦ μηδενισμοῦ καί τῶν δύο βασικῶν στοιχείων τῆς σκέψεως τοῦ Léontieff σέ σύγκριση μέ τίς ἀντίστοιχες ἀπόψεις τοῦ Nietzsche, θά ἀκολουθήσει μία ἀποτίμηση τῆς σχέσως τοῦ Ρώσσου συγγραφέα μέ τήν νιτσεϊκή φιλοσοφία.
Σέ μία πρώτη προσέγγιση, φαίνεται ὅτι ἡ ἠθική σκέψη τοῦ Léontieff δέν συνάδει μέ τήν πορεία τοῦ βίου του. Ἄν καί ἔχει ὑποστηριχθεῖ ὅτι τά κίνητρα τῆς ἀναζητήσεως τοῦ Léontieff δέν εἶναι θρησκευτικά, νομίζω, ὡστόσο, ὅτι ὁ Ρῶσσος συγγραφέας ἔχει ἀναζητήσεις, ἀκόμη καί θρησκευτικές. Πρός τοῦτο θά πρέπει νά σημειωθεῖ ὅτι, ἐνῶ τό 1871 ἔμεινε στό Ἅγιον Ὄρος, γνωρίζοντας τούς κανόνες τῆς μοναστικῆς Ὀρθοδοξίας, στό τέλος τῆς ζωῆς του (1891) ἐνεδύθη τό μοναχικό σχῆμα στό περίφημο μοναστήρι τῆς Ὄπτινα.
Πολύ περισσότερο, ὁ Ρῶσσος διανοητής δέν ἐξεγείρεται κατά τοῦ ἱστορικοῦ χριστιανισμοῦ[24] καί δέν προβαίνει στό κήρυγμα περί τοῦ «θανάτου τοῦ Θεοῦ»[25]. Γι’ αὐτό καί ὁ χαρακτηρισμός του ὡς «ἀθέου»[26] εἶναι μονομερής καί ἀπόλυτος. Κρίνεται σκόπιμο νά προστεθεῖ ἐδῶ ὅτι ἀκόμα καί οἱ γνωστοί Ρῶσσοι μηδενιστές φαίνεται νά εἶχαν γοητευθεῖ ἀπό τόν ἱστορικό χριστιανισμό, ἔστω κι ἄν αὐτός εἶχε διαψεύσει τίς προσδοκίες τους λόγῳ τῆς προσαρμογῆς του στίς ἐπικρατοῦσες δυνάμεις[27].
Ἐπί πλέον, ὁ Léontieff δέν συζητεῖ τίς ὁποιεδήποτε ἀριστοκρατικές ἱεραρχήσεις, ἐθνικές ἤ κοινωνικές (λ.χ. τήν ἀνωτερότητα τοῦ σλαβικοῦ ἔθνους). Ἀντιθέτως μάλιστα, μέ μία διαφορετική διάθεση, ὁ ἴδιος γράφει ὅτι «ὅλος ὁ ρωσσικός κοινωνικός ὀργανισμός εἶναι πλήρως ἐπηρεασμένος ἀπό τό πνεῦμα τοῦ Βυζαντίου, ἀπό ἐπιδράσεις καί ἀρχές βυζαντινές»[28].
Φαίνεται, λοιπόν, ὅτι μεταξύ τῶν δύο διανοητῶν ὑπάρχουν ὁρισμένες, ἐκ πρώτης ὄψεως, κοινές ἀναφορές. Νομίζω, πάντως, ὅτι ὁ K. Léontieff δέν εἶναι ὁ τυπικός ἐκπρόσωπος τοῦ μηδενισμοῦ, ὁ ὁποῖος συνήθως ὁρίζεται ὡς ἡ «ἀνατροπή ὅλων τῶν ἀξιῶν»[29]. Ὁ K. Léontieff εἶναι περισσότερο ἕνας διανοητής μέ ἀνησυχίες καί προβληματισμούς, μέ τοποθετήσεις ἰδιόμορφες ἀλλά καί πρωτότυπες. Ἀπό τήν ἄλλη, θά πρέπει νά θεωρηθεῖ βέβαιο ὅτι τό θέμα «Nietzsche» ἔχει ἀπασχολήσει τήν ρωσσική Διανόηση τοῦ ιθ΄ αἰ.

(Τό παρόν δημοσιεύθηκε στήν Σύναξη)


[1] Gillespie M. A.,  μηδενισμός πρίν ἀπό τόν Νίτσε, μετ. Μερτίκας Γ. Ν., Ἀθήνα 2004, σ. 247.
[2] Βλ. καί Σκαμπιτσέφσκη Α., Ἱστορία τῆς ρωσσικῆς λογοτεχνίας, τ. Α’,  μετ. Βελλιανίτου Θ., Ἐν Ἀθήναις 1905-1907, σσ. 506-508.
[3] Ρωσσικός Ἀγγελιοφόρος, Φεβρ. 1862.
[4] Τουργκένιεφ Ι., Πατέρες καί παιδιά, μετ. Σαραντόπουλος ., Ἀθήνα 1983, σ. 31.
[5] Mirsky D.S., Ἱστορία τῆς ρωσσικῆς λογοτεχνίας, μετ. Ράλλη Ι.-Χατζηδήμου Κ., Ἀθήνα 1977, σ. 184. Ἐπίσης Berdiaev N., Les sources et le sens du communisme russe, trad. Cain L. – J., [Paris] 1970, σ. 103.
[6] Gillespie M. A.,  μηδενισμός πρίν ἀπό τόν Νίτσε, ὅ. π., σ. 251. 
[7] Florovsky G., Les voies de la théologie russe, trad. Palierne J. – L., L’ Age d’ Homme, Lausanne 2001, σ. 279.
[8] Βλ. ἀναλυτικῶς Berdiaeff N.,   Ρωσσική  Ἰδέα, Μόσχα 2000, σσ. 127-131 (ρωσσ.).
[9] Τουργκένιεφ Ι., Πατέρες καί παιδιά..., ὅ. π., σ. 65.
[10] Gillespie M. A.,  μηδενισμός πρίν ἀπό τόν Νίτσε, ὅ. π., σσ. 247-248.
[11] Gillespie M. A.,  μηδενισμός πρίν ἀπό τόν Νίτσε, ὅ. π., σ. 252.
[12] Περί αὐτῶν βλ. Δ. Β. Μπαλτᾶς, Σταθμοί τῆς ρωσσικῆς φιλοσοφίας, Ἀθήνα 2008, σσ. 49-54.
[13] Berdiaeff N.,   Ρωσσική  Ἰδέα, ὅ.π., σ. 127.
[14] Mirsky D.S., Ἱστορία τῆς ρωσσικῆς λογοτεχνίας, ὅ. π., σ. 278.
[15] Leontiev N. K., Écrits essentials, trad.-comm. Beaune – Gray D., L’ Age d’ Homme, Lausanne 2003, σ. 117.
[16] Nietzsche Fr., Πρόλογος στό ἔργο Ἀνθρώπινο, πολύ ἀνθρώπινο (Βλ. σχετικῶς Nietzsche Fr., Essai d’ autocritique, trad. Marc de Launay, Paris 1999, σ. 53).
[17] Nietzsche Fr., Aurore, trad. Henri Albert, Paris 1987, σ. 8.
[18] Leontiev N. K., Écrits essentials , .π., σ. 103.
[19] Mirsky D.S., Ἱστορία τῆς ρωσσικῆς λογοτεχνίας, . π., σ. 281.
[20] Τό παράθεμα ἔχει ληφθεῖ ἀπό τόν N. Berdiaeff ( μοίρα τῆς κουλτούρας, μετ. Κ. Τ. Τσιρόπουλου, Ἀθήνα 1992, σ. 39).
[21] Mirsky D.S., Ἱστορία τῆς ρωσσικῆς λογοτεχνίας, ὅ. π., σ. 281.
[22] Nietzsche Fr., Ὁ Ἀντίχριστος, μετ.-σημ. Β. Δουβαλέρης, Ἀθήνα 2007, σ. 99.  
[23] Nietzsche Fr., Ὁ Ἀντίχριστος, ὅ.π., σ. 132.
[24] Πβ. Nietzsche Fr., Ὁ Ἀντίχριστος, ὅ.π., σσ. 87-92, σσ. 115-120.
[25] Πβ. Nietzsche Fr., Ἡ εὐφρόσυνη ἐπιστήμη, § 125: «Ὁ Θεός πέθανε! Ὁ Θεός θά μείνει νεκρός!». Τό παράθεμα ἔχει ληφθεῖ ἀπό τόν Χρ. Γιανναρᾶ (Χάϊντεγγερ καί Ἀρεοπαγίτης, Ἀθήνα 2006, σ. 45). 
[26] Mirsky D.S., Ἱστορία τῆς ρωσσικῆς λογοτεχνίας, ὅ. π., σ. 281.
[27] Berdiaeff N.,   Ρωσσική  Ἰδέα, ὅ.π., σ. 132.
[28] Leontieff K. N., Écrits essentials…,  σ. 103.
[29] Πβ. Nietzsche Fr., γενεαλογία τῆς ἠθικῆς: «Χρειαζόμαστε μία κριτική τῶν ἠθικῶν ἀξιῶν καί ἀξία αὐτῶν τῶν ἀξιῶν πρέπει πρῶτα ἀπὅλα νά ἀμφισβητηθεῖ». Τό παράθεμα ἔχει ληφθεῖ ἀπό τόν τόμο Νίτσε, ἐπιμ. Jeanne Delhomme, μετ. Φ. Πρεβεδούρου, Ἀθήνα 1994, σ. 117). 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου