Τετάρτη, 5 Μαΐου 2010



Δημήτρης Μπαλτάς


Λέων Νικολάγιεβιτς Τολστόϊ. 
Ἑκατό χρόνια ἀπό τόν θάνατό του


Συμπληρώνονται φέτος ἑκατό χρόνια ἀπό τόν θάνατο ἑνός ἀπό τούς μεγάλους τῆς ρωσσικῆς λογοτεχνίας, τοῦ Λέοντος Τολστόϊ (1828-1910). Ἄν καί σέ μία im memoriam ἀναφορά δέν εἶναι δυνατό νά γίνει ἐξαντλητική παρουσίαση τῆς θεματολογίας, τοῦ ὕφους καί τῶν ἰδεῶν τοῦ συγγραφέα, ὡστόσο θά ἐπιχειρηθεῖ ἐν συνεχείᾳ νά δοθεῖ μία ἀκριβής εἰκόνα τῆς ζωῆς του καί νά διευρενηθοῦν ὁρισμένες πλευρές τῆς γραφῆς καί τῆς ἰδεολογίας του.
Ὁ Λέων Τολστόϊ γεννήθηκε στήν Γιάσναγια Πολιάνα στίς 28 Αὐγούστου 1828. Τό 1847 ἐγκαταλείπει τό τμῆμα νομικῶν σπουδῶν προφασιζόμενος λόγους ὑγείας. Τήν ἴδια χρονιά κληρονομεῖ τήν Γιάσναγια Πολιάνα, λίγα γειτονικά χωριουδάκια καί μερικές ἑκατοντάδες ψυχές (= δουλοπάροικους).
Τό 1852 δημοσιεύεται στόν «Σύγχρονο» τό πρῶτο κείμενο τοῦ Τολστόϊ μέ τίτλο «Παιδικά χρόνια». Ἀκολουθοῦν τό 1855 «Τά διηγήματα τῆς Σεβαστούπολης». Τό 1856 ἀπαλλάσσεται ὁριστικῶς ἀπό τά στρατιωτικά του καθήκοντα. Τρία χρόνια ἀργότερα ὁλοκληρώνει τό ἔργο «Οἰκογενειακή εὐτυχία». Ἀνοίγει ἕνα σχολεῖο στήν Γιάσναγια Πολιάνα γιά τά παιδιά τῶν χωρικῶν, ἐνῶ παράλληλα ἐκδίδει ἕνα περιοδικό μέ ἐκπαιδευτικά θέματα. Τό 1862 παντρεύεται τήν Σόνια Μπέρς. Ἀπό τό 1863 μέχρι τό 1869 γράφει τό ἐπικό μυθιστόρημα «Πόλεμος καί εἰρήνη», ἐνῶ τό 1877 τελειώνει τήν συγγραφή τοῦ δημοφιλοῦς ἔργου «Ἄννα Καρένινα». Ὕστερα ἀπό πολλούς θανάτους στήν οἰκογένεια (τριῶν παιδιῶν καί δύο ἀγαπημένων θείων) στρέφεται στήν χριστιανική πίστη παρουσιάζοντας τό δοκίμιο «Ἡ θρησκεία μου» τό 1883. Ἀπό τό 1884 ἕως τό τέλος τῆς ζωῆς του γράφει δοκίμια καί ἄρθρα μέ σχετική θεματολογία («Γιά τήν ζωή καί τόν θάνατο», «Βοήθεια γιά τούς πεινασμένους», «Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι μέσα μας», «Τί εἶναι τέχνη;», «Ἡ δουλεία τῆς ἐποχῆς μας» κ.ἄ.). Στήν ἴδια ἐποχή ἐντάσσονται καί ὁρισμένα μικρά ἀριστουργήματα ὅπως «Ὁ θάνατος τοῦ Ἰβάν Ἰλίτς», «Ἡ σονάτα τοῦ Κρόϊτσερ», «Ἀφέντης καί ὑπηρέτης» καί «Ὁ πατήρ Σέργιος».
Τό 1901 (22 Φεβρ.) ἀφορίζεται ἀπό τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ρωσσικῆς Ἐκκλησίας, γεγονός πού ἀποτελεῖ μέχρι σήμερα ἀντικείμενο ἱστορικῆς ἔρευνας ἀλλά καί πεδίο ἀντιπαραθέσεων.
Τό 1908 οἱ θαυμαστές του ὀργανώνουν γιορτή γιά τά ὀγδοηκοστά γενέθλιά του.
Στίς 28 Ὀκτωβρίου τοῦ 1910 φεύγει ἀπό τήν Γιάσναγια Πολιάνα, ὕστερα ἀπό συγκρούσεις δεκαετιῶν μέ τήν γυναίκα του, πρός ἄγνωστη κατεύθυνση. Στίς 7 Νοεμβρίου (20 Νοεμβρ., μέ τό νέο ἡμερολόγιο), στίς 6 τό πρωΐ, ὁ Λέων Τολστόϊ πεθαίνει στόν σιδηροδρομικό σταθμό τοῦ χωριοῦ Ἀστάποβο.
Τό 1958 πραγματοποιεῖται ἡ ἰωβηλαία ἔκδοση τῶν Ἁπάντων (σέ 90 τόμους) τοῦ μεγάλου συγγραφέα.
Ὕστερα ἀπό τό σύντομο χρονολόγιο τοῦ Τολστόϊ, θά παρουσιασθοῦν καί θά συζητηθοῦν ὁρισμένα, καίρια, ζητήματα τοῦ ἔργου του.
Κατ’ ἀρχάς, θά πρέπει νά σημειωθεῖ ὅτι τό ἔργο τοῦ Τολστόϊ, ὅπως καί τό ἔργο τοῦ Ντοστογιέφσκι (1821-1881), ἐντάσσεται ὄχι μόνον στήν ἱστορία τῆς ρωσσικῆς λογοτεχνίας ἀλλά καί στήν ἱστορία τῆς ρωσσικῆς φιλοσοφίας. Ἐκτός, δηλαδή, ἀπό τήν παρουσία του στήν λογοτεχνία, γιά τήν αἰσθητική τῆς ὁποίας ἔχουν γραφεῖ πολλά (Λ.χ. βλ. Γκ. Λούκατς, Μελέτες γιά τόν εὐρωπαϊκό ρεαλισμό, μετ. Τ. Πατρίκιος, Ἀθήνα 1957, σσ. 166-263) συζητεῖται ἡ παρουσία του στήν φιλοσοφία καί μάλιστα στήν πρακτική φιλοσοφία (Ἰω. Παναγιωτίδου, Φιλόσοφοι τοῦ ιθ΄ αἰ.. Σοπενχάουερ-Νίτσε-Τολστόη, Ἀθῆναι 1950, σ. 74). Ζητήματα, ὅπως τό καλό καί τό κακό, ἡ ἀνθρώπινη εὐτυχία, οἱ θρησκευτικές ἀναζητήσεις, ἡ ἀνατροπή τῶν δομῶν τοῦ κράτους εἶναι σαφῶς ζητήματα φιλοσοφικά καί ὄχι λογοτεχνικά. Καθαρῶς φιλοσοφικό ἔργο μπορεῖ νά θεωρηθεῖ τό «Πόλεμος καί εἰρήνη» καί μάλιστα νά τύχει προσεγγίσεως ἀπό τήν σκοπιά τῆς φιλοσοφίας τῆς ἱστορίας. Ἐπίσης, τό θέμα τοῦ θανάτου ὡς φυσικοῦ καί ἠθικοῦ κακοῦ κατέχει στόν Τολστόϊ μεγάλη ἔκταση (Βλ. Μιχ. Μακράκης, Ἡ αἴσθησις τοῦ θανάτου καί ὁ πόθος τῆς λυτρώσεως εἰς τόν Λ. Τολστόη ἐν ἰδιαιτέρᾳ ἀναφορᾷ εἰς τό ἔργον αὐτοῦ Ἀνάστασις, Ἀθῆναι 1978, σσ. 50-98).
Ἕνα ἄλλο στοιχεῖο, πού ἔχει ἀπασχολήσει τήν ἑρμηνευτική τῆς ἰδεολογίας του, εἶναι ὁ ὀρθολογισμός τοῦ συγγραφέα στήν προσέγγιση τοῦ χριστιανισμοῦ. Ὁ Σεργκέϊ Μπουλγκάκωφ (1871-1944), σ’ ἕνα σημαντικό ἄρθρο γιά τόν Τολστόϊ, εἶχε παρατηρήσει ὅτι «στήν θρησκευτική κοσμοθεωρία του παραμένει ἕνας ἐκπρόσωπος τοῦ διαφωτιστικοῦ ὀρθολογισμοῦ, ὅπως αὐτός καλλιεργεῖται ἀπό τόν ιζ΄ αἰ.». (Βλ. Δημ. Μπαλτᾶς, Ρῶσσοι φιλόσοφοι. 19ος- 20ός αἰ., Ἐκδόσεις Σαββάλας, Ἀθήνα 2002, σ. 56). Ἀπό μία ἄλλη ὀπτική, ὁ γνωστός φιλόσοφος Ν. Μπερντιάγιεφ (1874-1948) ὑποστηρίζει ὅτι «ὁ Τολστόϊ εἶχε ἀπαιτήσει τήν ὕπαρξη τοῦ ἄλογου στοιχείου στήν ζωή, ἦταν ἐκεῖνος πού δέν ἤθελε κανένα συμβιβασμό μεταξύ τοῦ Θεοῦ καί τοῦ κόσμου» (Ἡ Ρωσσική ἰδέα, Μόσχα 2000, σσ. 144-145, ρωσσ.).
Συνεξετάζεται μέ τό ζήτημα περί τοῦ ὀρθολογισμοῦ τοῦ Τολστόϊ τό αἴτημά του περί τῆς ἠθικῆς τελειοποιήσεως τοῦ ἀνθρώπου, πάντοτε στό πλαίσιο τῆς χριστιανικῆς ζωῆς (Ἐνδεικτικῶς βλ. Λ. Τολστόϊ, Ἡ θρησκεία μου, μετ. Σπ. Φραγκοπούλου, Ἀθῆναι, σ. 83, σ. 136). Ὡστόσο, ἡ προσπάθεια τοῦ Τολστόϊ νά μετατρέψει τόν χριστιανισμό σέ μία ἁπλή ἠθική διδασκαλία ἔχει ἐπικριθεῖ τόσο ἀπό τόν Βλαδίμηρο Σαλαβιώφ (1859-1900) ὅσο καί ἀπό τόν Σεργκέϊ Μπουλγκάκωφ (Βλ. σχετικῶς Δημ. Μπαλτᾶς, Σταθμοί τῆς ρωσσικῆς φιλοσοφίας, Ἐναλλακτικές Ἐκδόσεις, Ἀθήνα 2008, σ. 81).
Ἐξ ἄλλου, εἶναι ἐνδιαφέρουσα ἡ συσχέτιση τῆς ἠθικῆς θεωρίας τοῦ Τολστόϊ μέ τήν πολιτική θεωρία τῆς «μή ἀντιστάσεως». Γράφει σχετικῶς ὁ Ρῶσσος μυθιστοριογράφος ὅτι «ἡ ἐκδίκησις καί ἡ ἀνταπόδοσις κακοῦ ἀντί τοῦ κακοῦ ὄχι μόνον ὠφέλιμα ἀλλ' οὐδέ καί λογικά εἶνε, ἐπαυξάνουν δέ ἀπεναντίας τό κακόν, ἐφ' ὅσον ὁ χριστιανισμός ἐναργῶς κατέδειξεν ὅτι ἡ μή ἀντίστασις εἰς τό κακόν τῆς βίας, ἡ ἐγκαρτέρησις ἄνευ τινός ἀγῶνος εἰς τήν βίαν, εἶνε τό μόνον μέσον πρός ἐπίτευξιν τῆς πραγματικῆς ἐλευθερίας τῆς ἁρμοζούσης εἰς τόν ἄνθρωπον» (Τό τέλος τῆς ἐποχῆς μας, μετ. Σ. Φραγκοπούλου, Ἐν Ἀθήναις 1923, σ. 22). Ὑπενθυμίζεται ὅτι ἡ ἀρχή τῆς «μή ἀντιστάσεως», ἡ ὁποία βασίζεται στήν εὐαγγελική ἐντολή τῆς ἀγάπης, ἐπηρέασε τόν μεγάλο Ἰνδό ἡγέτη Μαχάτμα Γκάντι (1869-1948) στούς ἐθνικούς καί στούς ἀγῶνες του.
Ἐάν λάβει κανείς ὑπ’ ὄψιν τήν ρωσσική κοινωνία τοῦ 19ου αἰ., μέ τίς κρίσεις καί τίς ἀναζητήσεις της, τότε θά πρέπει νά κατανοήσει διαφορετικά καί πιό ἤπια τήν διαδρομή τῆς ἰδεολογικῆς πορείας τοῦ Τολστόϊ. Σέ μία τέτοια ἀποτίμηση ἀναφέρεται ὅτι «ὁ κόμης Λ. Τολστόη μέ τόν πολυχρόνιο πόνο, μέ τούς μαρτυρικούς ἀνθρωπιστικούς ἀγῶνας του, ἐξαγνίζεται στό κριτήριο τῆς ἀνθρωπίνης συνειδήσεως. Γι’ αὐτό ὁ δικαιόφρων ἄνθρωπος δέν θά ρίψῃ κατά τοῦ Τολστόη τόν λίθον τοῦ ἀναθέματος» (Ἰω. Παναγιωτίδου, Φιλόσοφοι τοῦ ιθ΄ αἰ.. Σοπενχάουερ-Νίτσε-Τολστόη, Ἀθῆναι 1950, σ. 81).
Μέ ἀφορμή τήν συμπλήρωση ἑκατό χρόνων ἀπό τόν θάνατο τοῦ μεγάλου Ρώσσου συγγραφέα ἐπιχειρήθηκε μία ἁδρομερής παρουσίαση τῆς ζωῆς καί τῆς σκέψεώς του. Στόχος σέ μία τέτοια ἀναφορά δέν εἶναι μονομερῶς οὔτε ὁ ἔπαινος οὔτε ὁ ψόγος, ἀλλά ἡ ὑπόμνηση ὅτι ὁ Λ. Τολστόϊ ἀνήκει, καί αὐτός, ἀναμφισβήτητα στίς μεγάλες μορφές τόσο τῆς ρωσσικῆς ὅσο καί τῆς παγκόσμιας σκέψεως.


(Τό παρόν δημοσιεύθηκε στήν ἐφημ. Χριστιανική)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου