Τετάρτη, 17 Μαρτίου 2010


Δημήτρης Μπαλτᾶς

Ὁ «μύθος τοῦ σπηλαίου» τοῦ Πλάτωνος στόν Συμεῶνα τόν Νέο Θεολόγο

Εἶναι γνωστό ὅτι ὅροι, εἰκόνες καί παραδείγματα τῆς ἀρχαίας φιλοσοφίας μετασχηματίζονται στήν χριστιανική καί μάλιστα τήν μυστική παράδοση, παρουσιαζόμενα ὑπό διαφορετική ὀπτική καί μέ διαφορετικό στόχο. Ἕνα παράδειγμα αὐτοῦ τοῦ μετασχηματισμοῦ ἀποτελεῖ ἡ χρήση τοῦ πλατωνικοῦ «μύθου τοῦ σπηλαίου» στούς Ἠθικούς Λόγους τοῦ Συμεῶνος τοῦ Νέου Θεολόγου, πού θά διερευνηθεῖ στήν παροῦσα ἐργασία.

Γιά τήν συγκριτική ἐξέταση τῶν δύο παραδειγμάτων-ἑρμηνειῶν θά πρέπει νά ἀνατρέξει ἀρχικά κανείς στό ἕβδομο βιβλίο τῆς Πολιτείας (514A - 518D) τοῦ Πλάτωνος. Ἐκεῖ ὁ Ἱδρυτής τῆς Ἀκαδημίας, ἀναφερόμενος στήν ἐπίδραση τῆς παιδείας καί τῆς ἀπαιδευσίας, παρουσιάζει ὁρισμένους ἀνθρώπους νά βρίσκονται παιδιόθεν σ’ ἕνα σκοτεινό σπήλαιο- φυλακή, ἐνῶ μακριά ἀντανακλᾶ ἕνα φῶς. Ὡστόσο, ἐπειδή αὐτοί οἱ δεσμῶτες βλέπουν μόνον τίς σκιές τῶν ἄλλων καί τοῦ ἑαυτοῦ τους, αὐτός πού θά στρέψει τά μάτια πρός τό φῶς θά πονέσει καί θά ζητήσει νά ἐπανέλθει στό σκότος. Ἐάν ὅμως, ἔστω μέ τήν βία, ὁδηγηθεῖ στόν κόσμο τοῦ φωτός, θά ἀντιληφθεῖ ὅτι αὐτός ὁ κόσμος εἶναι καί ὁ ἀληθινός. Κατά τήν ἑρμηνεία τοῦ Πλάτωνος, τό σπήλαιο εἶναι ὁ κόσμος, ἐνῶ οἱ δεσμῶτες εἶναι οἱ ἄνθρωποι καί τό φέγγος ὁ ἥλιος. Ἡ ἀπελευθέρωση τῶν δεσμωτῶν ἀπό τά δεσμά τῆς ἀπαιδευσίας καί τῆς ἀγνοίας σημαίνει ἀκριβῶς τήν παιδεία καί τήν γνώση. Ἡ πρόοδος τοῦ ἀνθρώπου πρός τό φῶς εἶναι ἡ πορεία πρός τό ἀγαθόν , τό ὁποῖο ἐπιχειρεῖ νά ὁρίσει ὁ Πλάτων γράφοντας ὅτι ὁ δέ γε νῦν λόγος … σημαίνει ταύτην τήν ἐνοῦσαν ἑκάστου δύναμιν ἐν τῇ ψυχῇ καί τό ὄργανον ᾧ καταμανθάνει ἕκαστος … ξύν ὅλῳ τῷ σώματι στρέφειν πρός τόν φανόν ἐκ τοῦ σκοτώδους … Ἕως ἄν εἰς τό ὄν καί τοῦ ὄντος τό φανότατον δυνατή γένηται ἀνασχέσθαι θεωμένη· τοῦτο δ’ εἶναί φαμεν τό ἀγαθόν .
Μεταξύ τῶν μεταγενεστέρων ἑρμηνευτικῶν προσεγγίσεων τοῦ «μύθου τοῦ σπηλαίου» θά σημειωθεῖ ἡ ἄποψη τοῦ Hegel ὅτι «ὁ Πλάτων καταφεύγει σέ μία εἰκόνα, σ’ ἕνα εἶδος μύθου, γιά νά δείξει τήν διαφορά μεταξύ τῆς κατάστασης τῆς φιλοσοφικῆς παιδείας καί τῆς κατάστασης ὅπου ἀπουσιάζει ἡ φιλοσοφία» . Ἀλλά καί ἄλλες προσεγγίσεις ἀναφέρονται κυρίως στόν γνωστικό-παιδευτικό χαρακτήρα ἀλλά καί στίς ἠθικές-πολιτικές προεκτάσεις τοῦ μύθου.

Ἐνῶ ἡ φιλοσοφική ἑρμηνευτική τοῦ μύθου κινεῖται στίς ἀναφερθεῖσες γνωσιολογικές κατευθύνσεις, ἔχει ἐνδιαφέρον νά παρατηρήσει κανείς τόν μετασχηματισμό τῆς πλατωνικῆς ἑρμηνείας τῆς εἰκόνας τοῦ σπηλαίου στήν χριστιανική (καί μάλιστα μυστική) παράδοση καί συγκεκριμένα στόν Συμεῶνα τόν Νέο Θεολόγο, ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἀναφορᾶς στήν κατάσταση τῆς θείας ἐκστάσεως. Ἀναλυτικότερα.
Στόν Συμεῶνα, ἐάν ἕνας ἀπό τούς δεσμῶτες, πού εἶναι φυλακισμένος ἐπί πολλά ἔτη («ἀπό γεννήσεως») σέ μία ἀφεγγῆ φυλακή, ἀντικρύσει αἴφνης τόν αἰθέρα τοῦ οὐρανοῦ, ὀλίγον καί κατά μέτρον τῆς γενομένης ὀπῆς, ὅν οὐδέποτε εἶδεν οὐδέ εἶναι τοιοῦτόν τι λαμπρότατον φῶς ὑπενόησεν, ἔκπληξις εὐθύς λαμβάνει αὐτόν καί ὡς ἐξεστηκώς ὑπάρχει. Ἀνάλογη εἶναι ἡ ἐμπειρία πού βιώνει ὁ αἴφνης ἐν θεωρίᾳ τοῦ νοητοῦ φωτός γεγονώς, ἄρτι δηλονότι τῶν δεσμῶν ἀπολυθείς τῶν παθῶν τε καί τῆς αἰσθήσεως, ἐκπλήττεται καί ὡς ἐξεστηκώς τοῖς οὐ καλῶς ὁρῶσι νομίζεται . Ἔτσι ἡ σκοτεινή φυλακή τοῦ Πλάτωνος ἀντιστοιχεῖ, κατά τόν Συμεῶνα, μέ τήν σκοτεινή φυλακή τῶν παθῶν, ἡ ἀπελευθέρωση ἀπό τά ὁποῖα ὁδηγεῖ στήν κατάσταση τῆς θείας ἐκστάσεως . Κρίνεται σκόπιμο νά προστεθεῖ ὅτι ἡ ἔκσταση τοῦ χριστιανικοῦ μυστικισμοῦ ὡς μία «ὑπέρ νοῦν» κατάσταση διαφέρει ἀπό τήν ἔκσταση τοῦ νεοπλατωνισμοῦ, καθ’ ὅσον στήν δεύτερη περίπτωση ἡ ἔκσταση εἶναι μία διανοητική ἤ ψυχολογική κατάσταση.
Ἀλλά στό σημεῖο αὐτό θά πρέπει νά διευκρινισθεῖ ὅτι γιά τόν Συμεῶνα ἡ συνήθεια τῆς ὁράσεως τοῦ φωτός τήν πολλήν ἔκπληξιν ἐκ τοῦ κατά μικρόν ἀφαιρεῖται … διότι ἡ κατά μικρόν τῆς ψυχῆς προκοπή, ἐν συνηθείᾳ τῆς τοῦ νοητοῦ φωτός ὁράσεως γινομένη, τῆς πολλῆς ἐκπλήξεως ἐξίσταται, μυηθεῖσά τι ἐντεῦθεν ἕτερον εἶναι τῆς καταστάσεως ταύτης καί θεωρίας τελειώτερόν τε καί ὑψηλότερον . Εἶναι προφανές ὅτι ἡ ἔκσταση («ἔκπληξη») εἶναι μία κατάσταση πού βιώνει ὁ ἀρχάριος στήν πνευματική ζωή. Ἀντιθέτως, ὁ ἄνθρωπος πού προοδεύει στήν πνευματική ζωή («ἡ κατά μικρόν τῆς ψυχῆς προκοπή») θά πρέπει νά γνωρίζει μία διαρκή ἐμπειρία τῆς θείας πραγματικότητας . Γι’ αὐτό, καί σέ ἀντίθεση μέ τήν πλατωνική ἐκδοχή κατά τήν ὁποία ὁ δεσμώτης θά ἐκφράσει τήν ἐπιθυμία νά ἐπανέλθει στό σκότος, ὁ Συμεών τονίζει ὅτι ὁ ἄνθρωπος πού βιώνει τήν ἐμπειρία τοῦ νοητοῦ φωτός πρός τήν φυλακήν ταύτην ἐπιστραφῆναι καί βλέπειν αὖθις τά ἐν αὐτῇ ὅλως οὐ βούλεται . Παρά τήν διαφορετική ὀπτική, δέν θά ἦταν ἀβάσιμο νά δεχθεῖ κανείς ὅτι καί οἱ δύο ἑρμηνευτικές κατευθύνσεις προϋποθέτουν τήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου.
Ἐξ ἄλλου, ἡ συνείδηση, κατά τήν ἐμπειρία τοῦ νοητοῦ φωτός, στόν Συμεῶνα εἶναι παροῦσα, καθ’ ὅσον ὁ ἴδιος συμπεραίνει ὅτι καί ὡς ἐν φωτί τότε, μᾶλλον μετά τοῦ φωτός, σύνεστι καί οὐχ ὡς ἐν ἐκστάσει διατελεῖ, ἀλλά καί ἑαυτόν καί τά καθ’ αὑτόν καθορᾷ καί τούς πλησίον βλέπει ἐν οἵοις εἰσί . Ἀντιθέτως ἐπισημαίνεται ὅτι ἡ συνείδηση, κατά τήν ἕνωση μέ τόν Θεό, ἀπουσιάζει στόν Πλωτῖνο καί στόν Αὐγουστῖνο .

Ἀπό τήν συγκριτική ἐξέταση τῶν ἑρμηνειῶν τοῦ «μύθου τοῦ σπηλαίου» τοῦ Πλάτωνος καί τοῦ Συμεῶνος τοῦ Νέου Θεολόγου φαίνεται ὅτι στήν ἀρχαία φιλοσοφία δίδεται προτεραιότητα στήν κατανόηση τοῦ ὄντος καί ἐν τέλει στήν γνώση τοῦ ἀγαθοῦ. Ἀντιθέτως, στήν χριστιανική μυστική παράδοση ὁ «μύθος τοῦ σπηλαίου» χρησιμοποιεῖται σέ ἕνα ὀντολογικό πλαίσιο, στήν ἐμπειρία τοῦ νοητοῦ φωτός, δηλαδή, σέ τελική ἀνάλυση, στήν κοινωνία τοῦ κτιστοῦ μέ τίς ἐνέργειες τοῦ ἀκτίστου. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό προϋποθέτει ὄχι μόνον τήν πορεία τοῦ κτιστοῦ πρός τό ἄκτιστο ἀλλά καί τοῦ ἀκτίστου πρός τό κτιστό.


(Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Σύναξη)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου