Τετάρτη, 17 Μαρτίου 2010


Δημήτρης Μπαλτάς

Νικολάι Γκόγκολ (1809-1852).
Διακόσια χρόνια ἀπό τή γέννησή του


Μέ ἀπόφαση τῆς Unesco, τό 2009 ἔχει χαρακτηρισθεῖ ὡς «ἔτος Γκόγκολ», καθ’ ὅσον ἐφέτος συμπληρώνονται 200 χρόνια ἀπό τήν γέννηση τοῦ μεγάλου Ρώσσου συγγραφέα. Στό πλαίσιο αὐτό ἐντάσσεται καί ἡ σημερινή, σύντομη, περιδιάβαση στήν ζωή καί στό ἔργο τοῦ Ν. Γκόγκολ.
Ὁ Ν. Γκόγκολ γεννήθηκε στίς 31 Μαρτίου 1809 στό Σοροτσίνκ κοντά στήν Πολτάβα τῆς Οὐκρανίας.
Οἱ ἀναμνήσεις τῶν παιδικῶν του χρόνων, οἱ λαϊκοί μύθοι τῆς Οὐκρανίας καί οἱ πρῶτες (καί ἴσως μοναδικές) ρομαντικές στιγμές τῆς ζωῆς του ἀποτέλεσαν τό ὑλικό γιά τό δίτομο ἔργο του «Βραδιές στό χωριουδάκι κοντά στήν Ντικάνκα» (1831-1832).
Τά δύο ἑπόμενα ἔργα, τό «Μίργκοροντ» καί τά «Ἀραβουργήματα», πού ἐκδόθηκαν τό ἴδιο ἔτος (1835), περιέχουν διηγήματα γνωστά στό ἑλληνικό ἀναγνωστικό κοινό, ὅπως τό «Πῶς ἔστησαν καυγά ὁ Ἰβάν Ἰβάνοβιτς μέ τόν Ἰβάν Νικηφόροβοτς» καί τό «Ἡμερολόγιο ἑνός τρελοῦ». Στήν συλλογή «Μίργκοροντ» εἶχε περιληφθεῖ καί τό ἱστορικό μυθιστόρημα «Ταράς Μπούλμπα», τό ὁποῖο ἐξυμνεῖ τήν ὀρθόδοξη πίστη καί τήν ρωσσική γῆ.
Τό 1836 ὁ Γκόγκολ δημοσιεύει στόν «Σύγχρονο» τά σαρκαστικά διηγήματα «Ἡ Ἅμαξα» καί «Ἡ μύτη». Στό πρῶτο ἐξ αὐτῶν ὁ Γκόγκολ εἰρωνεύεται τήν ἐπαρχιώτικη συμπεριφορά τῶν τσιφλικάδων, ἐνῶ στό δεύτερο παρουσιάζει ἕνα παράλογο περιστατικό, μέ αἰχμές γιά τούς δημοσίους ὑπαλλήλους τῆς τσαρικῆς Πετρούπολης.
Ἀσφαλῶς μεταξύ τῶν πιό γνωστῶν ἔργων περιλαμβάνονται ὁ «Ἐπιθεωρητής» καί «Οἱ Νεκρές Ψυχές» (1842), τά ὁποῖα ἔχουν κωμικό, ἀλλά συνάμα καί καταγγελτικό χαρακτῆρα, ἀφοῦ καυτηριάζουν τήν διαφθορά τοῦ τσαρικοῦ κράτους καί τήν δουλοπαροικία. Στό ἕβδομο κεφάλαιο τῶν «Νεκρῶν Ψυχῶν» ὁ Γκόγκολ αὐτοπροσωπογραφεῖται, ὅταν λέγει ὅτι ὁ συγγραφέας «πού τολμάει νά κουνήσει τό δοχεῖο τῶν ἀθλιοτήτων ὅπου κατακάθεται ἡ ζωή μας, νά βουτήξει στήν ἄβυσσο μέ τούς σκάρτους χαρακτῆρες πού συναντοῦμε σέ κάθε βῆμα ὅσο κρατεῖ ἡ γήϊνη περιήγησή μας … δέ θά γνωρίσει τά χειροκροτήματα τοῦ λαοῦ, δέ θά δεῖ τά δάκρυα τῆς εὐγνωμοσύνης … δέ θ’ ἀποφύγει τή σύγχρονη κριτική πού θά βρεῖ ἀσήμαντα τά προσφιλῆ του δημιουργήματα…» (Νικολάϊ Γκόγκολ, Νεκρές Ψυχές, μετ. Α. Σαραντόπουλος, Ἀθήνα 1993, σ. 198).
Τήν ἴδια χρονιά (1842) κυκλοφορεῖ ἡ πρώτη ἔκδοση τῶν Ἁπάντων τοῦ Γκόγκολ, στήν ὁποία περιλαμβάνεται καί τό περίφημο «Παλτό», τό ὁποῖο ἦταν ἡ αἰτία νά ἰσχυρισθεῖ ἀργότερα ὁ Ντοστογιέφσκι ὅτι ὅλοι οἱ Ρῶσσοι ρεαλιστές «ἔχουν βγεῖ ἀπό τό Παλτό τοῦ Γκόγκολ».
Τό 1847 ὁ Γκόγκολ δημοσιεύει τά «Ἐπιλεγμένα ἀποσπάσματα ἀπό τήν ἀλληλογραφία μέ τούς φίλους μου», τά ὁποῖα ἐξυμνοῦν τήν συντηρητική ρωσσική ἐκκλησία τῆς ἐποχῆς του ἀλλά καί τήν ἀπολυταρχική διακυβέρνηση. Πρόκειται γιά ἕνα ἔργο πού ἔτυχε πολλῶν ἐπικρίσεων. Ἔτσι ὁ Μπελίνσκι, στήν Ἐπιστολή του, χαρακτηρίζει τόν Γκόγκολ «συνήγορο τοῦ κνούτου, ἀπόστολο τῆς ἀμάθειας, πρωταθλητή τοῦ σκοταδισμοῦ, ὑμνητή τῶν τατάρικων ἐθίμων» (Μπελίνσκι, Ἀνάλεκτα, μετ. Λ. & Μ. Γεωργίου, Ἀθήνα 1970, σ. 287). Ἄν καί ἡ Ἐπιστολή τοῦ Μπελίνσκι περιέχει πολλές ὑπερβολές καί ἀνακρίβειες, οἱ μελετητές συμφωνοῦν ὅτι αὐτή ὁδήγησε τόν Γκόγκολ σέ μία αὐτοκαταδίκη τοῦ ταλέντου του. Εἶναι γνωστό ὅτι ἔκαψε τά χειρόγραφα τοῦ β΄ τόμου τῶν «Νεκρῶν ψυχῶν». Ὡστόσο, δέν εἶναι ἐξίσου ἀποδεκτό μεταξύ τῶν εἰδικῶν ὅτι ὁ π. Ματθαῖος Κωνσταντινόφσκι, μέ τόν ὁποῖο ἦταν φίλος ὁ Γκόγκολ, ἄσκησε ἀρνητική ἐπίδραση στόν μεγάλο συγγραφέα (Βλ. σχετικῶς E. Berh-Sigel, λ. «Γκόγκολ Ν.», «Θρησκευτική καί Ἠθική Ἐγκυκλοπαίδεια», τ. 4ος , Ἀθῆναι 1964, στ. 551).
Ὁ Γκόγκολ πεθαίνει, ὑπό ἀδιευκρίνιστες συνθῆκες, στίς 4 Φεβρουαρίου 1852.
Στό σημεῖο αὐτό ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ νά κάνω ὁρισμένες παρατήρησεις. Νομίζω ὅτι ὁ Γκόγκολ δέν ἔγραψε ὅ,τι ἔγραψε ἐκπροσωπώντας τόν ρεαλισμό ἤ τόν νατουραλισμό. Ὁ πρωταρχικός στόχος τοῦ Γκόγκολ ἦταν νά δώσει τήν εἰκόνα τῆς ρωσσικῆς κοινωνίας τοῦ 19ου αἰ., συμμετέχοντας τρόπον τινα, ἀπό τήν δική του σκοπιά, στίς συζητήσεις γιά τόν προσδιορισμό τῶν χαρακτηριστικῶν τῆς ρωσσικῆς ψυχῆς καί τῆς ρωσσικῆς ταυτότητας. Ὑπό τό πρίσμα αὐτό, ὁ Γκόγκολ, μέ τά διηγήματα καί τά θεατρικά ἔργα του, ἀποτελεῖ γιά τήν Ρωσσία ὅ,τι ἀποτελεῖ ὁ Ποῦσκιν, μέ τήν ποίησή του. Ὁ δέ ρεαλισμός ἤ ὁ νατουραλισμός εἶναι τά χρησιμότερα ἐργαλεῖα γιά τήν ἀπεικόνιση αὐτή.
Ἐξ ἄλλου, τό ἔργο τοῦ Γκόγκολ ἐξετάζεται, ἐδῶ καί δεκαετίες, καί ἀπό φιλοσοφικῆς πλευρᾶς, καθ’ ὅσον θίγει ζητήματα φιλοσοφικῆς ἀνθρωπολογίας, ἠθικῆς καί κοινωνικῆς φιλοσοφίας καί θρησκευτικῆς ἠθικῆς. Στήν κατεύθυνση αὐτή λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν οἱ ἀνθρωπολογικοί τύποι καί οἱ παραδόσεις τῆς οὐκρανικῆς γῆς πού παρουσιάζονται μέ ἀκρίβεια στό γκογκολικό ἔργο.
Ὁπωσδήποτε ἡ ἀνακήρυξη τοῦ «ἔτους Γκόγκολ» εἶναι ἡ ἐλάχιστη ἀφορμή γιά τίς παλαιότερες γενιές νά ξαναθυμηθοῦν τήν καυστική γκογκολική ἀτμόσφαιρα καί γιά τίς νεότερες γενιές νά ἀνατρέξουν σ’ ἕνα ἀπό τούς μεγάλους τῆς παγκόσμιας λογοτεχνίας.


(Τό παρόν δημοσιεύθηκε στήν ἐφημερίδα Χριστιανική)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου